Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες Σκεπτικοὶ φιλόσοφοι..
Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἀναπτύχθηκαν δύο σημαντικὲς μορφὲς Σκεπτικισμοῦ: ὁ Ἀκαδημεικὸς Σκεπτικισμὸς καὶ ὁ Πυρρώνειος Σκεπτικισμός. Καὶ τὰ δύο ρεύματα ἀσχολοῦνταν μὲ τὸ πρόβλημα τῆς γνώσεως καὶ μὲ τὸ ἐρώτημα ἂν ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίσει μὲ βεβαιότητα τὴν ἀλήθεια. Διαφοροποιοῦνταν, ὅμως, στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετώπιζαν αὐτὸ τὸ πρόβλημα.
Οἱ Ἀκαδημεικοὶ Σκεπτικοί συνδέονται μὲ τὴν Ἀκαδημία τοῦ Πλάτωνος, ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο μετὰ τὸν Πλάτωνα (3ος‒1ος αἰ.πΧ). Σημαντικοὶ ἐκπρόσωποί τους ἦταν ὁ Ἀρκεσίλαος (+241πΧ) καὶ ὁ Καρνεάδης (+129πΧ). Οἱ Ἀκαδημαϊκοὶ ἀμφισβητοῦσαν τὴν δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποκτήσει ἀπόλυτα βέβαιη γνώση. Ἰδιαίτερα ὁ Ἀρκεσίλαος ὑποστήριζε ὅτι ὄχι μόνον οἱ αἰσθήσεις ἀλλὰ ΟΥΤΕ Η ΝΟΗΣΗ δέν εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς ὀδηγήσει στὴν ἀλήθεια καὶ αύτὸ τὸ ἔδειξε μὲ τὸ γνωστὸ ἐπιχείρημα τῶν ΣΩΡΕΙΤΩΝ· <Ἓνας κόκκος ἄμμου δὲν εῑ̓́ναι σωρός. Δύο κόκκοι ἐπίσης ὄχι. Οὐτε τρεῖς. Ἂν συνεχίσουμε, ὅμως, κάποια στιγμή ἔχουμε ἕναν σωρό. Ποιὸς ἀκριβῶς κόκκος ἔκανε τὴ διαφορά;>
Ὁ Καρνεάδης ἀνέπτυξε ἀκόμη περισσότερο αὐτὴ τὴν προσέγγιση. Ἐπεσήμαινε ὅτι, μολονότι ἡ ἀπόλυτη βεβαιότητα μπορεῖ νὰ μᾶς διαφεύγει, στὴν καθημερινὴ ζωὴ χρειάζεται νὰ λαμβάνουμε ἀποφάσεις. Γι᾿ αὐτὸ μποροῦμε νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ πιθανόν ἢ τὸ εὔλογον, χωρὶς νὰ θεωροῦμε ὅτι κατέχουμε ἀπόλυτη ἀλήθεια, χαρακτηρίζοντας τὰ πρἀγματα μέ βάση κάποιο βαθμὸ ΑΛΗΘΟΦΑΝΕΙΑΣ τους ἢ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑΣ.
Στὸ τἐλος, ὁ ΑΚΑΔΗΜΕΙΚΟΣ Σκεπτικισμὸς ὁδηγήθηκε στὸν ἐκφυλισμὀ του διότι μέσα ἔκλεινε μιὰ ἀνεπἰλυτη ΑΝΤΙΦΑΣΗ· <πῶς ὐποστηρίζουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια καὶ ταυτόχρονα θεωροῦμε ὅτι ὁ ἰσχυρισμός μας αύτὸς εἶναι ἀληθής;>
Μιὰ διαφορετικὴ μορφὴ Σκεπτικισμοῦ ἀναπτύχθηκε μὲ τὸν Πύρρωνα τὸν Ἠλεῖο (4ος αἰ.πΧ) ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὁ σημαντικώτερος ἐκπρόσωπος τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ Σκεπτικισμοῦ. Ὁ Πύρρων πίστευε ὅτι γιὰ πολλὰ ζητήματα δὲν μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε μὲ βεβαιότητα ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὅταν ὑπάρχουν ἀντικρουόμενες ἀπόψεις καὶ δὲν διαθέτουμε ἐπαρκῆ λόγο γιὰ νὰ προτιμήσουμε τὴ μία ἔναντι τῆς ἄλλης, εἶναι προτιμώτερο νὰ ἀναστέλλουμε τὴν κρίση μας καὶ νὰ μιλοῦμε γιὰ ΙΣΕΣ πιθανότητες ἀληθείας (ΙΣΟΣΘΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ).
Αὐτὴ ἡ στάση ὀνομάζεται ἐποχή, δηλαδὴ ἀναστολὴ τῆς κρίσεως. Ὁ Πυρρώνειος Σκεπτικὸς δὲν ὑποστηρίζει ἀναγκαστικὰ ὅτι «τίποτε δὲν εἶναι ἀληθινό». Ἀντὶ γι᾿ αὐτό, ἀποφεύγει νὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὸ πῶς εἶναι πραγματικὰ τὰ πράγματα, ὅταν δὲν διαθέτει ἀσφαλῆ κριτήρια γνώσεως.
Μετὰ τὸν Πύρρωνα, ὁ Πυρρώνειος Σκεπτικισμὸς συνεχίστηκε καὶ συστηματοποιήθηκε, κυρίως στὰ ἔργα τοῦ Σέξτου τοῦ Ἐμπειρικοῦ (150μΧ). Ὁ Σέξτος παρουσιάζει καὶ ἀναλύει τὰ ἐπιχειρήματα τῶν Σκεπτικῶν ἐναντίον τῶν διαφόρων δογματικῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν. Ὁ Σκεπτικὸς φιλόσοφος ἀναζητεῖ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ δὲν θεωρεῖ ὅτι τὴν ἔχει ἤδη βρεῖ.
Ἡ διαφορὰ μεταξὺ Ἀκαδημαϊκοῦ καὶ Πυρρώνειου Σκεπτικισμοῦ εἶναι σημαντική. Οἱ Ἀκαδημαϊκοὶ Σκεπτικοί τείνουν νὰ θεωροῦν ὅτι ἡ βέβαιη γνώση εἶναι ἀπρόσιτη ἐνῶ οἱ Πυρρώνειοι, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀποφεύγουν νὰ ἀποφασίσουν ὁριστικὰ ἂν ἡ γνώση εἶναι δυνατὴ ἢ ἀδύνατη καὶ προτιμοῦν τὴν ἀναστολὴ τῆς κρίσεως, μιλῶντας γιὰ ἴσες πιθανότητες ἀλήθειας.
Τελικὰ, ὁ ἀρχαῖος Σκεπτικισμὸς δὲν ἦταν ἁπλῶς μία ἄρνηση τῆς γνώσεως. Ἦταν μιὰ πρόσκληση γιὰ κριτικὴ σκέψη, ἐξέταση τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ πνευματικὴ ἐπιφυλακτικότητα. Οἱ Σκεπτικοὶ μᾶς δίδαξαν ὅτι τὸ νὰ ἀναγνωρίζουμε τὰ ὅρια τῆς γνώσεώς μας μπορεῖ νὰ εἶναι ὄχι ἀδυναμία, ἀλλὰ μορφὴ φιλοσοφικῆς σωφροσύνης.
