Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ & ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΗΣ.





1. Εἰσαγωγή.

Ἡ ἐσχατολογία δὲν ἀποτελεῖ περιφερειακὸ στοιχεῖο τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς βασικοὺς ἄξονες τῆς ἱστορικῆς καὶ θεολογικῆς ἐρμηνείας του. Τὸ ζήτημα δὲν περιορίζεται στὴν προσδοκία τῆς Συντέλειας τοῦ Κόσμου, ἀλλὰ περιλαμβάνει τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορία, τὴν ἀποκατάσταση τοῦ Ἰσραήλ, τὴν Κρίση, τὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τελικὰ  τὴν ἐπικράτηση τῆς θείας δικαιοσύνης.

Ἀπὸ τὰ  ἔργα τῶν Γιαχἀνες Βάϊς (Johannes Weiss) καὶ Ἄλμπερτ Σβάιτσερ (Albert Schweitzer) καὶ ἐξῆς, ἡ ἔρευνα τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ ἀναγκάστηκε νὰ ἀναμετρηθεῖ σοβαρὰ μὲ τὴν ἀποκαλυπτική {ἐσχατολογική}  διάσταση τῶν εὐαγγελικῶν παραδόσεων. Ἡ ἐσχατολογία δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίζεται ἁπλῶς ὡς συμβολικὴ περιγραφὴ τῆς ἀτομικῆς πνευματικῆς ζωῆς ἢ μεταφυσικῆς,  ἀφοῦ πολλὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀναφέρονται σὲ γεγονότα ποὺ ἀναμένονται νὰ συμβοῦν στὸ ΕΓΓΥΣ Μέλλον (Schweitzer, 1906· Allison, 1998).

 Ὡστόσο, ἡ  βασικὴ ἐρευνητικὴ δυσκολία ἔγκειται στὸ ὅτι οἱ εὐαγγελικὲς παραδόσεις παρουσιάζουν ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς πραγματικότητα ποὺ ἔχει ΗΔΗ  ἐνεργοποιηθεῖ στὴ δράση τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ συγχρόνως διατηροῦν τὴν προσδοκία μιᾶς ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ  ἐκπληρώσεως καὶ ὁλοκληρώσεως.

 Ἀντίστοιχα, στὴν Πρὠτη Ἐκκλησία  ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖται ἀποφασιστικὸ γεγονὸς τῆς σωτηριολογικῆς ἱστορίας, χωρὶς νὰ καταργεῖται ἡ προσδοκία τῆς μελλοντικῆς Β’ Παρουσίας Του καὶ τῆς Ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.

Σκοπὸς τῆς παρούσης μελέτης εἶναι νὰ διερευνήσει τὴν ἱστορικὴ μορφὴ τῆς ἐσχατολογίας τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὶς βασικὲς ἐρμηνευτικὲς προσεγγίσεις της.

2. Ἡ ἰουδαϊκὴ Ἀποκαλυπτικὴ γραμματεία (ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ)  καὶ τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰησοῦ.

Ἡ ἐσχατολογία τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νὰ ἐξετάζεται στὸ πλαίσιο τοῦ ἰουδαϊσμοῦ τῆς περιόδου τοῦ Δευτέρου Ναοῦ. Κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες πρὸ Χριστοῦ καὶ τὸν πρῶτο αἰῶνα μ.Χ., διάφορα ἰουδαϊκὰ ρεύματα ἀνέπτυξαν προσδοκίες σχετικὰ μὲ τὴν τελικὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, τὴν κρίση τῶν ἀδίκων, τὴν ἀποκατάσταση τοῦ λαοῦ του καὶ τὴν ἔλευση ἑνὸς Νέου Αἰῶνα.

 Ἡ Ἀποκαλυπτικὴ γραμματεία, ὅπως τὸ βιβλίο τοῦ Δανιήλ καὶ τὸ Α΄ Ἑνώχ, ἐρμηνεύει τὴν ἱστορία ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς σύγκρουσης μεταξὺ τῆς παρούσας τάξεως καὶ τῆς μελλοντικῆς κυριαρχίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία δὲν θεωρεῖται ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸ θεῖο σχέδιο· ἀντιθέτως, κατευθύνεται πρὸς μία τελικὴ Κρίση καὶ μεταβολὴ τῆς ὑφιστάμενης πραγματικότητας.

Στὸ Δανιὴλ 7:13–14, ἡ ἐσχατολογικὴ μορφὴ τοῦ   "Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου"  συνδέεται μὲ τὴν παραλαβὴ ἐξουσίας καὶ βασιλείας. Ἡ περικοπὴ ἔχει ἀσκήσει σημαντικὴ ἐπίδραση στὴν ἐρμηνεία τῶν εὐαγγελικῶν ἀναφορῶν στὸν Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου, ἰδίως ὅπου αὐτὸς παρουσιάζεται νὰ ἔρχεται μὲ δόξα καὶ νὰ ἀσκήσει Κρίση.

Πρέπει, ὡστόσο, νὰ ἀποφεύγεται ἡ ἰδέα ὅτι ὁ ἰουδαϊσμὸς τῆς ἐποχῆς διέθετε μία καὶ μοναδικὴ ἐσχατολογικὴ διδασκαλία. 
Οἱ προσδοκίες διέφεραν ἀνάλογα μὲ τὴ γραμματεία, τὴν κοινότητα καὶ τὴ θεολογικὴ παράδοση. Ἄλλοτε προβαλλόταν ἡ πολιτικὴ καὶ ἐθνικὴ ἀποκατάσταση τοῦ Ἰσραήλ (ΖΗΛΩΤΕΣ)  ἄλλοτε ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ ἄλλοτε ἡ καθολικὴ Κρίση τῶν ἐθνῶν.

Ἐπομένως, ἡ ἐσχατολογία τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νὰ ἐνταχθεῖ σ’ αὐτὸ τὸ πολυφωνικὸ περιβάλλον, χωρὶς νὰ ταυτίζεται ἄκριτα μὲ ὁποιαδήποτε μεμονωμένη ἰουδαϊκὴ ἀποκαλυπτικὴ παράδοση.

3. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ.

Σύμφωνα μὲ τὸ Κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιο, ὁ Ἰησοῦς ἀρχίζει τὸ δημόσιο κήρυγμά του διακηρύσσοντας: «Πεπλήρωται ὁ καιρός, καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Μᾶρκ. 1:15). Ἡ διατύπωση αὐτὴ περιλαμβάνει δύο διακριτὲς διαστάσεις: τὴν ἐκπλήρωση τοῦ καθορισμένου καιροῦ καὶ τὴν προσέγγιση τῆς Βασιλείας —καὶ τὰ δύο σέ χρόνο ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟ {=πεπλήρωται/ ἤγγικεν}.

Ὡστόσο, τὸ ρῆμα «ἤγγικεν» δὲν ἐπιλύει ἀπὸ μόνο του τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Βασιλεία θεωρεῖται πλήρως παροῦσα ἢ ἐπίκειται ἡ τελικὴ ἐμφάνισή της.
 Ἡ σημασία του πρέπει νὰ προσδιορισθεῖ ἀπὸ τὸ εὐρύτερο εὐαγγελικὸ πλαίσιο. Ἡ ἐρμηνευτικὴ δυσκολία ἀκριβῶς ἐδῶ ἐντοπίζεται: ἡ Βασιλεία παρουσιάζεται ὡς ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΕΓΓΥΣ, ἀλλὰ  ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ καὶ ὡς πραγματικότητα ποὺ ἐνεργεῖ ΗΔΗ στὴ δράση τοῦ Ἰησοῦ.

Στὸν Ματθαῖο 12:28, ὁ Ἰησοῦς δηλώνει ὅτι, ἐὰν ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἤδη φθάσει στοὺς ἀκροατές του. Ἡ θεραπευτικὴ καὶ ἀπελευθερωτικὴ δράση Του ἀποτελεῖ, συνεπῶς, ἔνδειξη ὅτι ἡ θεία κυριαρχία δὲν ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸ μέλλον.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ προσευχὴ «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» (Ματθ. 6:10) διατηρεῖ σαφῆ προσανατολισμὸ πρὸς τὸ μέλλον. 
Ἡ ἐπίκληση αὐτὴ δὲν ἀποδεικνύει ἀπὸ μόνη της μία συγκεκριμένη ἐσχατολογικὴ θεωρία, ἀλλὰ φανερώνει ὅτι ἡ πλήρης ἐπικράτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ παραμένει ἀντικείμενο ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ  προσδοκίας.

Ἀνάλογη ΔΙΠΛΗ διάσταση ἐμφανίζεται στὶς παραβολὲς τῆς Βασιλείας. Ὁ σπόρος, τὸ προζύμι καὶ ὁ μικρὸς κόκκος σιναπιού (Μᾶρκ. 4:26–32· Ματθ. 13:33) παρουσιάζουν τὴ Βασιλεία ὡς πραγματικότητα ποὺ ἀναπτύσσεται μέσα στὴν ἱστορία, ἐνῶ ἡ τελικὴ συγκομιδὴ καὶ ἡ κρίση διατηροῦν τὸν μελλοντικὸ χαρακτῆρα τους (Ματθ. 13:36–43).

Ἡ εὐαγγελικὴ παράδοση, ἐπομένως, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀναγωγὴ τῆς Βασιλείας οὔτε σὲ μία ἀποκλειστικὰ μελλοντικὴ πραγματικότητα {=ΣΥΝΕΠΗΣ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ}  οὔτε σὲ μία πλήρως ἐξαντλημένη παροῦσα ἐμπειρία {=ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΙΣΑ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ}.

4. Ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου καὶ ἡ προσδοκία τῆς Κρίσεως.

Ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα ζητήματα στὴν ἔρευνα τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἡ σημασία τοῦ τίτλου «Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου». Στὰ Συνοπτικὰ Εὐαγγέλια, ὁ τίτλος ἐμφανίζεται σὲ διαφορετικὰ συμφραζόμενα: στὴν ἐπίγεια δράση τοῦ Ἰησοῦ, στὰ Πάθη του καὶ στὴ μελλοντικὴ ἔλευση μὲ δόξα.

Στὸ Μᾶρκ. 13:24–27, ἡ ἔλευση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου συνδέεται μὲ κοσμικὰ σημεῖα καὶ τὴ σύναξη τῶν ἐκλεκτῶν. Στὸ Ματθ. 25:31–46, ἡ παρουσία του συνδέεται μὲ τὴν τελικὴ Κρίση τῶν ἐθνῶν. Τέτοιες περικοπὲς ἐνισχύουν τὴν ἄποψη ὅτι ἡ ἀποκαλυπτικὴ προσδοκία ἀποτελεῖ οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς εὐαγγελικῆς εἰκόνας τοῦ Ἰησοῦ.

Ἐντούτοις, ἡ ἑρμηνεία τῶν σχετικῶν χωρίων παραμένει σύνθετη. Οἱ ἐρευνητὲς διαφωνοῦν γιὰ τὸ ἐὰν ὁ Ἰησοῦς προσδοκοῦσε τὴν προσωπικὴ ἐμφάνιση μιᾶς οὐράνιας μορφῆς, ἐὰν ὁρισμένες διατυπώσεις ἀναφέρονται στὴ δικαίωσή Του μετὰ τὸν θάνατό Του ἢ ἐὰν ἐκφράζουν περισσότερες ἀπὸ μία σημασίες.

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει τὸ Μᾶρκ. 9:1, ὅπου ὁ Ἰησοῦς δηλώνει ὅτι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς παρόντες δὲν θὰ γευθοῦν τὸν θάνατο πρὶν δοῦν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενη μὲ δύναμη. Παρόμοια, τὸ Μᾶρκ. 13:30 περιλαμβάνει τὴ διατύπωση «ἕως ἂν ταῦτα πάντα γένηται», σὲ συνάφεια μὲ τὴ δήλωση ὅτι ἡ γενεὰ αὐτὴ δὲν θὰ παρέλθει—ΚΑΤΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΠΑΛΗΘΕΥΤΗΚΕ...

Τὰ χωρία αὐτὰ ἀποτελοῦν βασικὰ τεκμήρια στὴ συζήτηση γιὰ τὸν χρονικὸ ὁρίζοντα τῶν ἐσχατολογικῶν προσδοκιῶν τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἐρμηνεία τους ὅμως προϋποθέτει προσεκτικὴ ἐξέταση τοῦ φιλολογικοῦ καὶ ἱστορικοῦ πλαισίου, καθώς καὶ τῆς σχέσεως μεταξὺ τῆς καταστροφῆς τοῦ Ναοῦ, τῆς ἱστορικῆς δικαιώσεως τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῆς τελικῆς ἐσχατολογικῆς Κρίσεως.

5. Ἡ θεωρία τῆς Συνεποῦς Ἐσχατολογίας.

 Ἡ Συνεπης (ἢ ὁλοκληρωτική) ἐσχατολογία συνδέεται κυρίως μὲ τὸ ἔργο τοῦ Ἄλμπερτ Σβάιτσερ. Στὸ πλαίσιο τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας, ὁ Σβάιτσερ ὑποστήριξε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πρέπει νὰ κατανοηθεῖ μὲ βάση τὶς ἀποκαλυπτικὲς προσδοκίες τοῦ ἰουδαϊσμοῦ τῆς ἐποχῆς του.

Κατὰ τὴν προσέγγιση αὐτή, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ταυτίζεται πρωτίστως μὲ μία ἐσωτερικὴ πνευματικὴ κατάσταση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπικείμενη ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ μεταβάλει ριζικὰ τὴν ὑφιστάμενη τάξη τοῦ κόσμου. 
Ἡ Ανάσταση τῶν νεκρῶν, ἡ Κρίση καὶ ἡ ἐγκαθίδρυση τῆς θείας κυριαρχίας ἀνήκουν στὸν ὁρίζοντα αὐτῆς τῆς προσδοκίας.
Ὁ χαρακτηρισμὸς «συνεπής» ἀναφέρεται στὴν προσπάθεια νὰ ἐρμηνευθοῦν οἱ ἐσχατολογικὲς διακηρύξεις τοῦ Ἰησοῦ μὲ ἕναν κοινὸ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ  ἀποκαλυπτικὸ ὁρίζοντα, ἀντὶ νὰ μετατρέπονται ἐκ τῶν προτέρων σὲ διαχρονικὲς ἠθικὲς ἢ συμβολικὲς ἀλήθειες.

Ἡ προσέγγιση αὐτὴ ἔχει σημαντικὰ πλεονεκτήματα. Λαμβάνει σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν τὰ χωρία γιὰ τὴν ἐπικείμενη κρίση, τὴν παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ κόσμου. Ἐπιπλέον, ἐντάσσει τὸν Ἰησοῦ στὸν ἰουδαϊκὸ ἀποκαλυπτικὸ κόσμο τῆς ἐποχῆς του, ἀντὶ νὰ τὸν ἀποσπά ἀπὸ αὐτόν.

Ἡ βασικὴ δυσκολία εἶναι ὅτι ἡ ἀποκλειστικὴ ἔμφαση στὸ μέλλον δυσχεραίνει τὴν ἐρμηνεία τῶν εὐαγγελικῶν χωρίων ποὺ παρουσιάζουν τὴ Βασιλεία ὡς ΗΔΗ ἐνεργοῦσα στὴ δράση τοῦ Ἰησοῦ. Ἐπιπλέον, ἡ ἀνασύνθεση τῶν ἀκριβῶν χρονικῶν προσδοκιῶν του παραμένει ἀντικείμενο συζητήσεως.
Συνεπῶς, ἡ συνεπὴς ἐσχατολογία ἀποτελεῖ ἰδιαίτερα σημαντικὴ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι κάθε ἐπιμέρους θέση τοῦ Σβάιτσερ γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἔρευνα.

6. Ἡ Πραγματοποιηθεῖσα Ἐσχατολογία τοῦ C. H. Dodd.

Ὁ Τσαρλς Χάρολντ Ντόντ (Charles Harold Dodd) ἀνέπτυξε τὴ θεωρία τῆς Πραγματοποιηθείσης ἐσχατολογίας, δίνοντας ἔμφαση στὴν παροῦσα πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τὴν προσέγγισή του, οἱ ἐσχατολογικὲς ἐπαγγελίες τῆς ἰουδαϊκῆς παράδοσης δὲν παραπέμπουν μόνο σὲ ἕνα μελλοντικὸ γεγονός, ἀλλὰ βρίσκουν οὐσιώδη πραγμάτωση στὸ πρόσωπο καὶ στὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ.

Τὸ Ματθ. 12:28 καὶ ἄλλες συναφεῖς περικοπὲς παρέχουν σημαντικὰ ἐρείσματα γιὰ τὴ θέση ὅτι ἡ Βασιλεία δὲν ἀναμένεται ἀπλῶς, ἀλλὰ ἔχει ΗΔΗ εἰσέλθει στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἡ παρουσία τοῦ Ἰησοῦ σηματοδοτεῖ, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, τὴν ἔναρξη τῆς ἐσχατολογικῆς ἐποχῆς.

Ἡ θεωρία τοῦ Ντὸντ ἀνέδειξε μία διάσταση ποὺ κινδυνεύει νὰ παραμεληθεῖ ὅταν ἡ ἔρευνα ἐστιάζει ἀποκλειστικὰ στὸ μέλλον: τὴν ἤδη παροῦσα σωτηριολογικὴ σημασία τῆς δράσης τοῦ Ἰησοῦ.

Ὡστόσο, ἡ αὐστηρὴ μορφὴ τῆς πραγματοποιηθείσης ἐσχατολογίας δυσκολεύεται νὰ ἐξηγήσει ἐπαρκῶς τὶς μελλοντικὲς προσδοκίες ποὺ παραμένουν ἐνεργὲς στὰ Συνοπτικὰ Εὐαγγέλια καὶ στὶς παύλειες ἐπιστολές. Ἡ προσδοκία τῆς Ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, τῆς τελικῆς Κρίσεως καὶ τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀπλῶς ὡς ἕνα ἤδη ὁλοκληρωμένο γεγονός {=οὐ μὴ πίω ἀπὸ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπἐλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ—Λκ.22,18}.

Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, ἡ θεωρία τοῦ Ντὸντ παραμένει ἰδιαίτερα χρήσιμη γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς παρούσας διάστασης τῆς Βασιλείας, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλεῖ τὸ σύνολο τῶν ἐσχατολογικῶν δεδομένων τῆς Καινῆς Διαθήκης.

7. Ἡ ἐγκαινιασμένη ἐσχατολογία: «ἤδη καὶ ὄχι ἀκόμη» (οὔπω)

Ἡ ἐγκαινιασμένη ἐσχατολογία ἐπιχειρεῖ νὰ συνδυάσει τὴν παροῦσα διάσταση τῆς Βασιλείας μὲ τὴ μελλοντικὴ ὁλοκλήρωσή της.
 Ἡ προσέγγιση αὐτὴ ἀναπτύχθηκε στὴ σύγχρονη θεολογικὴ συζήτηση μὲ διαφορετικὲς διατυπώσεις, ἰδίως στὸ ἔργο τοῦ Γκέρεχαρντους Βος (Geerhardus Vos), τοῦ Ὄσκαρ Κούλλμαν (Oscar Cullmann) καὶ τοῦ Τζωρτζ Ἔλντον Λαντ (George Eldon Ladd).

Κατὰ τὴν ἐρμηνευτικὴ αὐτὴ προσέγγιση, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἤδη ἐγκαινιασθεῖ μὲ τὴ δράση, τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀκόμη φθάσει στὴν τελικὴ καὶ καθολικὴ πραγμάτωσή της.

Ἡ ἔννοια αὐτὴ φωτίζει τὴ σχέση μεταξὺ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς μελλοντικῆς Ἀναστάσεως τῶν πιστῶν. Στὸ Α΄ Κορ. 15:20, ὁ Χριστὸς χαρακτηρίζεται «ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων». Ἡ Ἀνάστασή του εἶναι πραγματικὸ γεγονὸς ποὺ ἔχει ἤδη συντελεσθεῖ, ἀλλὰ συγχρόνως προαναγγέλλει μία ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ὁλοκλἠρωση. 

Στὴν ἴδια κατεύθυνση, τὸ Ρωμ. 8:18–25 παρουσιάζει τοὺς πιστοὺς νὰ ἔχουν τὴν «ἀπαρχὴν τοῦ Πνεύματος», ἐνῶ συγχρόνως προσδοκοῦν τὴν ἀπολύτρωση τοῦ σώματος.
 Ἡ παροῦσα ἐμπειρία τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ μελλοντικὴ ὁλοκλήρωση τῆς σωτηρίας δὲν ἀλληλοαναιρεῖνται, ἀλλὰ συνυπάρχουν.

Ἡ Ἐγκαινιασμένη ἐσχατολογία ἔχει, ἐπομένως, τὸ πλεονέκτημα ὅτι ἐρμηνεύει ἀπό κοινοῦ δύο βασικὰ σύνολα δεδομένων: τὴν παρουσία τῆς θείας σωτηριολογικῆς ἐνέργειας καὶ τὴ συνεχιζόμενη προσδοκία τῆς τελικῆς Κρίσεως καὶ Ἀποκαταστάσεως.

Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ ὅρος δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιεῖται ὡς ἁπλὸ σύνθημα ποὺ ἐξαλείφει τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν βιβλικῶν συγγραφέων. Ἡ ἐσχατολογικὴ γλῶσσα τοῦ "Μάρκου", τοῦ "Παύλου" καὶ τοῦ "Ἰωάννη" ἔχει κοινὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ καὶ ΔΙΑΚΡΙΤΕΣ θεολογικὲς καὶ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ἀντιλήψεις, ἐνῶ τὸ κυριὠτερο πρόβλημα σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐσχατολογίες εἶναι ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε θέσει ΧΡΟΝΙΚΟ ΟΡΙΖΟΝΤΑ στὴν ἐσχατολογικὴ ἐπαγγελία Του περὶ τῆς ἔλευσης τοῦ "Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρὠπου" ΟΧΙ ΣΕ ΕΝΑ ΑΠΩΤΕΡΟ ΜΕΛΛΟΝ, ἀλλὰ στὴν ΓΕΝΕΑ ΕΚΕΙΝΗ ἡ ὁποἰα "οὐ μὴ παρἐλθῃ μέχρις οὗ πάντα ταῦτα γένηται" {=ὅλα αύτὰ θὰ γίνουν ὅσο ζοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτῆς τῆς γενιᾶς—Μκ.13,30}

Βιβλιογραφία.

Α. Πρωτογενεῖς πηγές.

Ἡ Καινὴ Διαθήκη, ἰδίως Μᾶρκ. 1:15· 9:1· 13:24–30· Ματθ. 6:10· 12:28· 25:31–46· Ἰω. 3:36· 5:24–29· 11:24–25· Α΄ Θεσσ. 4:13–18· Α΄ Κορ. 15:20–28· Ρωμ. 8:18–25· Ἀποκ. 20–21.
Δανιήλ 7–12.
Α΄ Ἑνώχ, ἰδίως οἱ Παραβολές, ὅπου ἡ σχετικὴ χρονολόγηση καὶ ἡ σχέση τους μὲ τὶς εὐαγγελικὲς παραδόσεις ἀπαιτοῦν προσοχή.

Β. Σύγχρονες μελέτες.

Allison, Dale C., Jr. Jesus of Nazareth: Millenarian Prophet. Minneapolis: Fortress Press, 1998.
Allison, Dale C., Jr. “From Jesus to the Fourth Gospel: The Evolution of Early Christian Eschatology.” Irish Theological Quarterly 90, no. 4 (2025): 405–424. https://doi.org/10.1177/00211400251367773.
Dodd, C. H. The Parables of the Kingdom. London: Nisbet, 1935.
Ladd, George Eldon. The Presence of the Future: The Eschatology of Biblical Realism. Grand Rapids: Eerdmans, 1974.
Rowland, Christopher. “The Eschatology of the New Testament Church.” Στὸ The Oxford Handbook of Eschatology, 56–72. Oxford: Oxford University Press, 2009.
Schweitzer, Albert. The Quest of the Historical Jesus. 1906. Μεταγενέστερες ἀγγλικὲς ἐκδόσεις κυκλοφοροῦν μὲ τὸν τίτλο The Quest of the Historical Jesus.
Sharp, Matthew. “Eschatology of the New Testament.” Oxford Bibliographies in Biblical Studies. Oxford University Press, 2024.
Whitaker, Robyn J. “Apocalyptic Eschatology.” Στὸ The Oxford Handbook of the Synoptic Gospels, 412–429. Oxford: Oxford University Press, 2023.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

1974: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ & ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ (Διαμαντῆς Κούτουλας)

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967