Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΣΤΟΝ «ΤΙΜΑΙΟ» ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ «ΝΟΜΟΥΣ»
Ἡ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Πλάτωνος κατέχει ξεχωριστὴ θέση στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας, καθὼς ἐπιχειρεῖ νὰ προσεγγίσει τὸ θεῖο ὄχι μὲ βάση τὶς παραδοσιακὲς μυθολογικὲς παραστάσεις, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀρχῆς, τῆς τάξεως καὶ τῆς νοήσιμης ὁργάνωσης τοῦ κόσμου. Ὁ Θεὸς στὴν πλατωνικὴ φιλοσοφία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἀνώτερη δύναμη ποὺ κυβερνᾷ τὰ ὄντα, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὸ ἀγαθό, τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀρμονία καὶ τὴν ἔλλογη τάξη. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ παρουσιάζεται μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια στὸν «Τίμαιο» καὶ στοὺς «Νόμους», δύο ἔργα ποὺ φωτίζουν διαφορετικὲς ὄψεις τῆς πλατωνικῆς θεολογίας.
Στὸν «Τίμαιο» ὁ Πλάτων παρουσιάζει τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου μέσα ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Δημιουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς κοσμικῆς τάξεως. Ὁ Δημιουργὸς δὲν δημιουργεῖ τὸ σύμπαν ἀπὸ κακία, ἀνάγκη ἢ ἰδιοτέλεια, ἀλλὰ ἀπὸ ἀγαθότητα. Ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθός, δὲν ζηλεύει καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ παραμένει τίποτε ἄτακτο, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατόν. Γι’ αὐτὸ ἐπιχειρεῖ νὰ μεταφέρει τὴν τάξη καὶ τὴν ἁρμονία στὸ σύνολο τῆς δημιουργίας.
Ἡ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ συνδέεται μὲ τὴν αἰώνια πραγματικότητα τῶν Ἰδεῶν. Ὁ Δημιουργὸς στρέφεται πρὸς τὸ νοητὸ καὶ ἀμετάβλητο πρότυπο καὶ διαμορφώνει τὸν αἰσθητὸ κόσμο σύμφωνα μὲ αὐτό. Ἔτσι, ὁ κόσμος δὲν εἶναι ἕνα τυχαῖο σύνολο πραγμάτων, ἀλλὰ ἕνα ἔργο λογικῆς καὶ σοφῆς δημιουργίας. Ἡ τάξη ποὺ παρατηρεῖται στὸ σύμπαν ἀποτελεῖ ἔνδειξη τῆς θείας νοημοσύνης καὶ τῆς ἀγαθότητας τοῦ Δημιουργοῦ.
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ὅτι ὁ Πλάτων παρουσιάζει τὸ σύμπαν ὡς ἔμψυχο καὶ ἔννουν ζῶο, προικισμένο μὲ ψυχή. Ἡ κοσμικὴ ψυχὴ συνδέει τὴν ὑλικὴ πραγματικότητα μὲ τὴν ἔλλογη καὶ νοητὴ τάξη. Ἡ κίνησή της δὲν εἶναι ἄτακτη, ἀλλὰ ἀκολουθεῖ μαθηματικὲς καὶ ἁρμονικὲς σχέσεις, ποὺ φανερώνουν τὴ βαθύτερη λογικὴ δομὴ τοῦ κόσμου. Ἡ δημιουργία, ἐπομένως, δὲν ἀποτελεῖ μία τυχαία κοσμικὴ διαδικασία, ἀλλὰ τὴν ἔκφραση μιᾶς ἀνώτερης νοητῆς ἀρχῆς.
Σημαντικὸ στοιχεῖο τῆς θεολογίας τοῦ «Τιμαίου» εἶναι καὶ ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὸ νοητὸ πρότυπο καὶ στὸ αἰσθητὸ δημιούργημα. Ὁ Θεὸς δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ ποὺ προσδίδει στὸν κόσμο τάξη καὶ μορφή. Ἡ θεία δημιουργία ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ ἀγαθὸ εἶναι ἡ βαθύτερη αἰτία τῆς κοσμικῆς ὑπάρξεως. Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ σύμπαντος καὶ ἡ κανονικότητα τῶν κινήσεών τοῦ οὐρανοῦ φανερώνουν τὴν παρουσία μιᾶς ἔλλογης καὶ ἀγαθῆς δημιουργικῆς δύναμης.
Στοὺς «Νόμους», ὁ Πλάτων προσεγγίζει τὸ ζήτημα τοῦ Θεοῦ μὲ διαφορετικὸ τρόπο, δίνοντας μεγαλύτερη ἔμφαση στὴ σχέση τῆς θείας τάξεως μὲ τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ τὴν πολιτικὴ κοινωνία. Ἐδῶ τὸ θεῖο δὲν ἀποτελεῖ μόνο τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ τὸ θεμέλιο τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ὁ Πλάτων ἐπιχειρεῖ νὰ δείξει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ πρέπει νὰ ρυθμίζεται σύμφωνα μὲ μία ἀνώτερη τάξη, ἡ ὁποία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς μεταβαλλόμενες ἀνθρώπινες γνῶμες.
Στὸ 10ο βιβλίο τῶν «Νόμων» ἀναπτύσσεται μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια ἡ ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως τῶν θεῶν. Ὁ Πλάτων ἀντιτίθεται στὴν ἄποψη ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἀπὸ τυχαῖες κινήσεις τῆς ὕλης καὶ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ἀρχαιότερη καὶ ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα. Ἡ κίνηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ψυχὴ προηγεῖται τῆς κίνησης τῶν σωμάτων, ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ μπορεῖ νὰ κινήσει τὸν ἑαυτό της καὶ νὰ προκαλέσει τὴν κίνηση τῶν ἄλλων πραγμάτων. Ἔτσι, ἡ ψυχὴ ἀποτελεῖ τὴν πρώτη ἀρχὴ τῆς κινήσεως καὶ τῆς ζωῆς.
Ἀπὸ αὐτὴ τὴ συλλογιστικὴ πορεία προκύπτει ὅτι ἡ τάξη τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ κινήσεις τῶν ἄστρων δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν ὡς ἀποτέλεσμα μιᾶς τυχαίας καὶ ἄλογης διαδικασίας. Ἀντίθετα, φανερώνουν τὴν ἐνέργεια μιᾶς θείας καὶ νοερῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία κυβερνᾷ τὸ σύμπαν σύμφωνα μὲ τὴ σοφία καὶ τὴ δικαιοσύνη. Ἡ θεία πραγματικότητα συνδέεται, ἐπομένως, μὲ τὴν ἔλλογη κίνηση καὶ τὴν ἀδιάκοπη διατήρηση τῆς κοσμικῆς τάξεως.
Ἐπιπλέον, στοὺς «Νόμους» ἡ πίστη στοὺς θεοὺς συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ἠθικὴ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖ ὅτι οἱ θεοὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὶς πράξεις του ἢ ὅτι μπορεῖ νὰ τοὺς μεταπείσει μὲ προσφορὲς καὶ τελετουργίες, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ζεῖ. Ἡ θεία δικαιοσύνη δὲν ὑποτάσσεται στὶς ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες, ἀλλὰ ἀποτελεῖ σταθερὸ μέτρο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῶν πράξεων. Ἡ ἀρετή, ἡ σωφροσύνη καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ δίκαιο εἶναι οἱ βασικὲς προϋποθέσεις γιὰ μία ζωὴ ποὺ βρίσκεται σὲ συμφωνία μὲ τὴ θεία τάξη.
Ἡ σύγκριση τῶν δύο ἔργων φανερώνει τόσο τὴ συνέχεια ὅσο καὶ τὴν ἐξέλιξη τῆς πλατωνικῆς θεολογικῆς σκέψεως. Στὸν «Τίμαιο» κυριαρχεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ ἀγαθοῦ Δημιουργοῦ, ποὺ διαμορφώνει τὸ σύμπαν σύμφωνα μὲ τὸ αἰώνιο νοητὸ πρότυπο. Στοὺς «Νόμους», ἀντίθετα, ἡ προσοχὴ μετατοπίζεται στὴν Ψυχὴ ὡς πρώτη ἀρχὴ τῆς κινήσεως καὶ στὴ θεία τάξη ὡς θεμέλιο τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ζωῆς. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, ὅμως, ὁ Θεὸς συνδέεται μὲ τὴν ἀγαθότητα, τὴ λογικὴ τάξη καὶ τὴν ἀνώτερη ἀρχὴ ποὺ δίνει νόημα στὴν πραγματικότητα.
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει, τέλος, ὅτι ἡ πλατωνικὴ θεολογία δὲν περιορίζεται σὲ μία θεωρητικὴ ἐξήγηση τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Ἀποτελεῖ συγχρόνως μία πρόταση γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐὰν τὸ σύμπαν διέπεται ἀπὸ λογικὴ τάξη καὶ ἀγαθότητα, τότε καὶ ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκει τὴν ἁρμονία, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀρετή. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη βρίσκει τὸ βαθύτερο νόημά της ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἀταξία τῶν παθῶν καὶ προσανατολίζεται πρὸς τὸ ἀγαθό.
Συμπερασματικά, ὁ πλατωνικὸς Θεὸς στὸν «Τίμαιο» καὶ στοὺς «Νόμους» ἀποτελεῖ τὴν ἀνώτερη ἀρχὴ τῆς τάξεως, τῆς ζωῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης. Στὸν πρῶτο διάλογο ἐμφανίζεται κυρίως ὡς ἀγαθὸς Δημιουργός, ποὺ προσδίδει μορφὴ καὶ ἁρμονία στὸ σύμπαν, ἐνῶ στὸν δεύτερο ἀναδεικνύεται ἡ σημασία τῆς θείας Ψυχῆς καὶ τῆς ἔλλογης διακυβερνήσεως τοῦ κόσμου. Ἡ κοινὴ βάση τῶν δύο προσεγγίσεων εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα βρίσκεται μία ἀνώτερη λογικὴ καὶ ἀγαθὴ τάξη, πρὸς τὴν ὁποία πρέπει νὰ προσανατολίζεται τόσο ἡ φιλοσοφικὴ γνώση ὅσο καὶ ἡ ἀνθρώπινη ζωή.
