Τὰ κριτήρια ἱστορικότητος στὴν ἔρευνα τοῦ Ἱστορικοῦ Ἰησοῦ & ἡ κριτική τους.
Εἰσαγωγή
Ἡ ἔρευνα περὶ τοῦ Ἱστορικοῦ Ἰησοῦ ἀναπτύχθηκε κυρίως κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ὅταν οἱ βιβλικοὶ ἐρευνητὲς ἐπιδίωξαν νὰ προσδιορίσουν ποῖες εὐαγγελικὲς παραδόσεις μποροῦν νὰ ἀποδοθοῦν μὲ σχετικὴ βεβαιότητα στὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ καὶ ποῖες ἀποτελοῦν μεταγενέστερη θεολογικὴ διαμόρφωση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ διαμορφώθηκαν τὰ λεγόμενα κριτήρια ἱστορικότητος (criteria of authenticity), δηλαδή μεθοδολογικὰ ἐργαλεῖα ποὺ ἐπιτρέπουν τὴν ἀξιολόγηση τῆς πιθανότητος νὰ ἀνάγεται μία παράδοση στὸν ἱστορικὸ Ἰησοῦ.
Τὰ κριτήρια αὐτὰ δὲν λειτουργοῦν ὡς ἀποδεικτικοὶ κανόνες, οὔτε μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν σὲ ἀπόλυτη ἱστορικὴ βεβαιότητα. Ἀποτελοῦν ἐργαλεῖα ἱστορικῆς πιθανότητος, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται συνδυαστικῶς καὶ πάντοτε μέσα στὸ πλαίσιο τῆς συνολικῆς ἀξιολογήσεως τῶν πηγῶν. Ἡ συστηματικὴ χρήση τους συνδέεται κυρίως μὲ τὴ Νέα Ἀναζήτηση τοῦ Ἱστορικοῦ Ἰησοῦ, ἀν καὶ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ συνεχίζουν νὰ χρησιμοποιούνται, μὲ μεγαλύτερη μεθοδολογικὴ προσοχή, καὶ στὴ σύγχρονη βιβλικὴ ἐπιστήμη.
Α.
1. Τὸ κριτήριο τῆς πολλαπλῆς μαρτυρίας
Τὸ κριτήριο τῆς πολλαπλῆς μαρτυρίας (Criterion of Multiple Attestation) στηρίζεται στὴν παραδοχὴ ὅτι μία παράδοση εἶναι πιθανότερο νὰ ἀντανακλᾷ πραγματικὸ ἱστορικὸ γεγονὸς ὅταν μαρτυρεῖται ἀνεξάρτητα ἀπὸ περισσότερες τῆς μιᾶς πηγές. Ἡ ἀνεξαρτησία τῶν πηγῶν ἀποτελεῖ τὸ βασικὸ στοιχεῖο τοῦ κριτηρίου, καθὼς ἡ ἁπλὴ ἐπανάληψη τῆς ἴδιας παραδόσεως δὲν ἀποδεικνύει αὐτομάτως τὴν ἱστορικότητά της.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ τὸ κήρυγμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο μαρτυρεῖται στὸ Κατὰ Μᾶρκον, στὴν πηγὴ Q, στὴν εἰδικὴ παράδοση τοῦ Λουκᾶ καὶ σὲ ἄλλες πρωτοχριστιανικὲς παραδόσεις. Ἡ πολλαπλὴ αὐτὴ μαρτυρία καθιστᾷ τὸ στοιχεῖο αὐτὸ ἰδιαιτέρως πιθανὸ ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως.
Παρά τὴ σημασία του, τὸ κριτήριο παρουσιάζει περιορισμούς, καθὼς δὲν εἶναι πάντοτε εὔκολο νὰ διαπιστωθεῖ ἐὰν δύο πηγὲς εἶναι πραγματικὰ ἀνεξάρτητες ἢ ἐξαρτῶνται ἀπὸ κοινὴ προγενέστερη παράδοση.
2. Τὸ κριτήριο τῆς ἀμηχανίας
Ἀπὸ τὰ πλέον γνωστὰ κριτήρια εἶναι τὸ κριτήριο τῆς ἀμηχανίας (Criterion of Embarrassment). Σύμφωνα μὲ αὐτό, μία παράδοση θεωρεῖται πιθανότερον ἱστορικὴ ὅταν θὰ δημιουργοῦσε θεολογικὴ δυσχέρεια ἢ ἀμηχανία στὴν πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα. Εἶναι ἀπίθανο ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐπινοοῦσε γεγονότα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δυσχεράνουν τὸ κήρυγμά της.
Κλασικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή. Δεδομένου ὅτι τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν βάπτισμα μετανοίας, ἡ διήγηση αὐτὴ δημιουργοῦσε θεολογικὸ πρόβλημα γιὰ τὴν πρώτη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὁμολογοῦσε τὴν ἀναμαρτησία τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ διατήρηση τῆς παραδόσεως θεωρεῖται, ἐπομένως, ἰσχυρὴ ἔνδειξη τῆς ἱστορικότητάς της.
Παρόμοια περίπτωση ἀποτελεῖ καὶ ἡ σταύρωση, ἡ ὁποία συνιστοῦσε τὴν πλέον ἀτιμωτικὴ μορφὴ θανατικῆς καταδίκης στὸ ρωμαϊκὸ κράτος.
3. Τὸ κριτήριο τῆς ἀνομοιότητος
Τὸ κριτήριο τῆς ἀνομοιότητος (Criterion of Dissimilarity) ὑποστηρίζει ὅτι μία παράδοση μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ πιθανῶς αὐθεντικὴ ὅταν δὲν προέρχεται οὔτε ἀπὸ τὸν σύγχρονο Ἰουδαϊσμὸ οὔτε ἀπὸ τὴ μεταγενέστερη θεολογία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ πιθανώτερη ἐξήγηση εἶναι ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ.
Παρά τὴν εὐρεία χρήση του, τὸ κριτήριο αὐτὸ δέχθηκε σημαντικὴ κριτική. Πολλοὶ σύγχρονοι μελετητὲς ἐπισημαίνουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν Ἰουδαῖος τοῦ πρώτου αἰῶνος καὶ ἦταν φυσικὸ νὰ συμμερίζεται πλήθος θρησκευτικῶν καὶ πολιτιστικῶν στοιχείων τοῦ περιβάλλοντός του. Ἡ ὑπερβολικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ κριτηρίου κινδυνεύει νὰ παρουσιάσει μία τεχνητὴ καὶ ἀπομονωμένη εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ.
4. Τὸ κριτήριο τῆς συνοχῆς
Τὸ κριτήριο τῆς συνοχῆς (Criterion of Coherence) λειτουργεῖ συμπληρωματικὰ πρὸς τὰ προηγούμενα. Ἐὰν μία παράδοση συμφωνεῖ μὲ ἄλλες ποὺ ἔχουν ἤδη χαρακτηρισθεῖ πιθανῶς ἱστορικὲς μὲ βάση διαφορετικὰ κριτήρια, τότε καὶ αὐτὴ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀξιόπιστη.
Χάρη στὸ κριτήριο αὐτό, οἱ μελετητὲς μποροῦν νὰ ἀνασυνθέσουν βαθμιαία μία συνεκτικὴ εἰκόνα τῆς προσωπικότητος καὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ χρησιμότητά του, ὅμως, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὀρθότητα τῶν προηγουμένων συμπερασμάτων, γεγονὸς ποὺ περιορίζει τὴν αὐτοτελῆ ἀποδεικτικὴ του ἀξία.
5. Τὸ κριτήριο τῆς ἱστορικῆς πιθανοφανείας
Κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἀναπτύχθηκε τὸ κριτήριο τῆς ἱστορικῆς πιθανοφανείας (Historical Plausibility), τὸ ὁποῖο ἐξετάζει ἐὰν μία παράδοση ἐναρμονίζεται μὲ τὸ γνωστὸ κοινωνικὸ, πολιτικὸ καὶ θρησκευτικὸ πλαίσιο τῆς Παλαιστίνης τοῦ πρώτου αἰῶνος. Ἡ ἀρχαιολογία, οἱ ἰουδαϊκὲς πηγές καὶ ἡ κοινωνικὴ ἱστορία συμβάλλουν καθοριστικὰ στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ κριτηρίου αὐτοῦ.
Ἡ σύγχρονη ἔρευνα θεωρεῖ ὅτι τὸ κριτήριο αὐτὸ προσφέρει μία περισσότερο ρεαλιστικὴ κατανόηση τοῦ Ἰησοῦ, καθὼς τὸν τοποθετεῖ μέσα στὸ πραγματικὸ ἱστορικὸ καὶ πολιτισμικὸ περιβάλλον του.
Σύγχρονη ἀξιολόγηση τῶν κριτηρίων
Ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1990 καὶ ἐξῆς, ἀρκετοὶ βιβλικοὶ ἐρευνητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων οἱ James D. G. Dunn, Chris Keith, Anthony Le Donne καὶ Rafael Rodríguez, ἄσκησαν κριτικὴ στὴν ἀποκλειστικὴ χρήση τῶν κριτηρίων ἱστορικότητος. Ὑποστήριξαν ὅτι τὰ Εὐαγγέλια δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς συλλογὲς μεμονωμένων παραδόσεων, ἀλλὰ μαρτυρίες ποὺ διαμορφώθηκαν μέσα στὴ ζῶσα μνήμη τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ, τὰ κριτήρια ἱστορικότητος θεωροῦνται σήμερα χρήσιμα μεθοδολογικὰ βοηθήματα, ἀλλὰ ὄχι αὐτόνομες ἀποδεικτικὲς μέθοδοι. Ἡ ἱστορικὴ ἀξιολόγηση μιᾶς εὐαγγελικῆς παραδόσεως πραγματοποιεῖται πλέον μὲ συνδυασμὸ φιλολογικῆς κριτικῆς, κοινωνικῆς ἱστορίας, ἀρχαιολογικῶν δεδομένων, μελέτης τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ τοῦ Δευτέρου Ναοῦ καὶ θεωριῶν τῆς κοινωνικῆς μνήμης.
Συμπέρασμα
Τὰ κριτήρια ἱστορικότητος ἀποτέλεσαν μία ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες μεθοδολογικὲς κατακτήσεις τῆς νεοδιαθηκικῆς ἐπιστήμης κατὰ τὸν 20ὸ αἰῶνα. Χάρη στὴν ἐφαρμογή τους κατέστη δυνατὴ μία περισσότερο συστηματικὴ προσέγγιση τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ καὶ μία προσεκτικώτερη ἀξιολόγηση τῶν εὐαγγελικῶν παραδόσεων. Ἡ σύγχρονη βιβλικὴ ἔρευνα, ἀν καὶ ἀναγνωρίζει τοὺς περιορισμούς τους, συνεχίζει νὰ τὰ χρησιμοποιεῖ σὲ συνδυασμὸ μὲ νεώτερες ἱστορικὲς καὶ διεπιστημονικὲς προσεγγίσεις, θεωρώντας ὅτι συμβάλλουν οὐσιαστικὰ στὴν κατανόηση τοῦ Ἱστορικοῦ Ἰησοῦ καὶ τῆς γενέσεως τοῦ πρώιμου χριστιανισμοῦ.
____
Β.
Ἡ κριτικὴ τῶν κριτηρίων ἱστορικότητος καὶ ἡ μετάβαση στὴν Τρίτη Ἀναζήτηση
Παρά τὴ σημαντικὴ συμβολὴ τῶν κριτηρίων ἱστορικότητος στὴν ἔρευνα τοῦ Ἱστορικοῦ Ἰησοῦ, ἀπὸ τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 καὶ κυρίως κατὰ τὶς δύο τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 20οῦ αἰῶνος διατυπώθηκαν σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότητα καὶ τὰ ὅριά τους. Πολλοὶ ἐρευνητὲς ἐπεσήμαναν ὅτι τὰ κριτήρια, ὅταν ἐφαρμόζονται μηχανικὰ καὶ ἀπομονωμένα, δὲν κατορθώνουν νὰ ἀνασυνθέσουν μία ρεαλιστικὴ καὶ συνεκτικὴ εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ ὁδηγοῦν στὴν ἀποσπασματικὴ ἀποδοχὴ μεμονωμένων λόγων καὶ πράξεων.
Ἰδιαιτέρως ἔντονη ὑπῆρξε ἡ κριτικὴ ποὺ ἀσκήθηκε στὸ κριτήριο τῆς ἀνομοιότητος. Ὅπως ἐπεσήμαναν οἱ E. P. Sanders, James D. G. Dunn καὶ ἄλλοι σύγχρονοι μελετητές, τὸ κριτήριο αὐτὸ καταλήγει συχνὰ νὰ παρουσιάζει ἕναν Ἰησοῦ ἀποκομμένο τόσο ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸ τῆς ἐποχῆς του ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν πρώτη Ἐκκλησία. Ὅμως, ἕνα τέτοιο συμπέρασμα εἶναι ἱστορικῶς προβληματικό, καθὼς ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρξε Ἰουδαῖος, ἔζησε μέσα στὴν ἰουδαϊκὴ κοινωνία καὶ ἡ διδασκαλία του διαμορφώθηκε μέσα στὴν παράδοση τοῦ Ἰσραήλ.
Παράλληλα, ἐπισημάνθηκε ὅτι τὰ Εὐαγγέλια δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζονται ὡς συλλογὴ μεμονωμένων παραδόσεων ποὺ μποροῦν νὰ διαχωρισθοῦν εὔκολα σὲ «ἱστορικὰ» καὶ «μὴ ἱστορικά» στοιχεῖα. Ἀντιθέτως, ἀποτελοῦν συνεκτικὲς ἀφηγήσεις, οἱ ὁποῖες διαμορφώθηκαν μέσα στὴ ζωὴ καὶ τὴ λατρεία τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων. Ἡ θεολογικὴ τους διάσταση δὲν ἀναιρεῖ κατ' ἀνάγκην τὴν ἱστορικὴ τους ἀξία, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ μία διαφορετικὴ μεθοδολογικὴ προσέγγιση.
Σημαντικὴ ἐξέλιξη τῶν τελευταίων δεκαετιῶν ἀπετέλεσε ἡ ἐφαρμογὴ τῆς θεωρίας τῆς κοινωνικῆς μνήμης (Social Memory Theory). Ἐρευνητὲς ὅπως οἱ James D. G. Dunn, Anthony Le Donne, Chris Keith καὶ Rafael Rodríguez ὑποστήριξαν ὅτι οἱ εὐαγγελικὲς παραδόσεις πρέπει νὰ κατανοηθοῦν ὡς προϊόν τῆς συλλογικῆς μνήμης τῶν πρώτων μαθητῶν. Σύμφωνα μὲ τὴν προσέγγιση αὐτή, ἡ μνήμη δὲν ἀποτελεῖ οὔτε ἁπλὴ φωτογραφικὴ καταγραφή τῶν γεγονότων οὔτε ἐλεύθερη μυθοπλασία, ἀλλὰ μία δυναμικὴ διαδικασία διατηρήσεως καὶ μεταδόσεως πραγματικῶν γεγονότων μέσα στὸ πλαίσιο τῆς ζωῆς τῆς κοινότητος.
Ἡ κριτικὴ αὐτὴ ὁδήγησε στὴν ἀναθεώρηση τῆς χρήσεως τῶν κριτηρίων ἱστορικότητος. Σήμερα οἱ περισσότεροι βιβλικοὶ μελετητὲς δὲν τὰ ἀπορρίπτουν, ἀλλὰ τὰ χρησιμοποιούν μὲ μεγαλύτερη μεθοδολογικὴ προσοχὴ καὶ πάντοτε σὲ συνδυασμὸ μὲ ἄλλα ἐργαλεῖα, ὅπως ἡ ἀρχαιολογία, ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἱστορία, ἡ μελέτη τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ τοῦ Δευτέρου Ναοῦ, ἡ φιλολογικὴ κριτικὴ καὶ ἡ θεωρία τῆς κοινωνικῆς μνήμης.
Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ νέο ἐπιστημονικὸ πλαίσιο διαμορφώθηκε ἡ λεγομένη Τρίτη Ἀναζήτηση τοῦ Ἱστορικοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὁποία ἐγκατέλειψε τὴν προσπάθεια ἀναζητήσεως μεμονωμένων «αὐθεντικῶν» λόγων τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπικεντρώθηκε στὴ συνολικὴ κατανόηση τοῦ προσώπου του μέσα στὸ θρησκευτικὸ, κοινωνικὸ καὶ πολιτικὸ περιβάλλον τῆς Παλαιστίνης τοῦ πρώτου αἰῶνος. Ἡ μετατόπιση αὐτὴ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες μεθοδολογικὲς ἐξελίξεις τῆς σύγχρονης βιβλικῆς ἐπιστήμης καὶ συνεχίζει νὰ καθορίζει τὴν πορεία τῆς ἔρευνας μέχρι σήμερα.
