Τὸ Jesus Seminar τοῦ Robert W. Funk καὶ τὰ πορίσματά του: μία κριτικὴ προσέγγιση .



Ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἡ ἔρευνα περὶ τοῦ Ἱστορικοῦ Ἰησοῦ γνώρισε μία νέα περίοδο ἀνανεώσεως, ἡ ὁποία συνήθως χαρακτηρίζεται ὡς Third Quest for the Historical Jesus. Οἱ μελετητὲς ἐπιδίωξαν νὰ ἐπανεξετάσουν τὰ εὐαγγελικὰ κείμενα μὲ τὰ ἐργαλεῖα τῆς ἱστορικῆς καὶ φιλολογικῆς κριτικῆς, ἀναζητῶντας ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ μποροῦν νὰ ἀναχθοῦν μὲ σχετικὴ πιθανότητα στὸν Ἰησοῦ τῆς Ναζαρὲτ. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο δημιουργήθηκε τὸ 1985 τὸ Jesus Seminar, μία ὁμάδα περίπου διακοσίων βιβλικῶν ἐρευνητῶν, ἱστορικῶν καὶ θεολόγων, μὲ πρωτοβουλία τοῦ Robert W. Funk, καθηγητοῦ τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ἱδρυτοῦ τοῦ Westar Institute.

Ἡ δημιουργία τοῦ Jesus Seminar δὲν ἀποσκοποῦσε ἀπλῶς στὴ συνέχιση τῆς ἀκαδημαϊκῆς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ στὴ μεταφορὰ τῶν συμπερασμάτων της στὸ εὐρὺ κοινό. Ὁ Funk θεωροῦσε ὅτι τὰ πορίσματα τῆς σύγχρονης βιβλικῆς ἐπιστήμης παρέμεναν περιορισμένα μέσα στὰ πανεπιστήμια, ἐνῶ ἡ δημόσια εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ συνέχιζε νὰ διαμορφώνεται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸ Seminar συνδύασε τὴν ἀκαδημαϊκὴ ἔρευνα μὲ μία πρωτότυπη μορφὴ δημοσιοποιήσεως τῶν ἀποτελεσμάτων του, γεγονὸς ποὺ συνέβαλε στὴ μεγάλη δημοσιότητα ποὺ ἔλαβε.

Ἡ βασικὴ παραδοχὴ τοῦ Jesus Seminar ἦταν ὅτι τὰ κανονικὰ Εὐαγγέλια δὲν ἀποτελοῦν στενογραφικὴ καταγραφὴ τῶν λόγων τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ θεολογικὰ κείμενα τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων. Κατὰ συνέπεια, κάθε λόγος καὶ κάθε διήγηση ὄφειλε νὰ ὑποβληθεῖ σὲ ἱστορικὴ δοκιμασία, χωρὶς νὰ θεωρεῖται ἐκ προοιμίου αὐθεντική. Ἡ προσέγγιση αὐτὴ ἀποτελεῖ φυσικὴ συνέχεια τῆς ἱστορικῆς-κριτικῆς μεθόδου, ἀλλὰ στὸ Jesus Seminar ἐφαρμόσθηκε μὲ μεγαλύτερη συνέπεια καὶ, κατὰ τοὺς ἐπικριτές του, μὲ μεγαλύτερη αὐστηρότητα.

Τὸ πλέον γνωστὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ Seminar ὑπῆρξε ἡ μέθοδος τῆς ψηφοφορίας μὲ χρωματιστὲς ψήφους. Οἱ συμμετέχοντες ψήφιζαν γιὰ κάθε λόγο ἢ περιστατικὸ τῶν Εὐαγγελίων χρησιμοποιώντας τέσσερα χρώματα. Τὸ κόκκινο δήλωνε ὅτι ὁ Ἰησοῦς σχεδὸν βεβαίως εἶπε τὸ συγκεκριμένο λόγιο. Τὸ ῥοζ ὅτι πιθανῶς τὸ εἶπε, ἔστω καὶ μὲ διαφορετικὴ διατύπωση. Τὸ γκρίζο ὅτι ἡ παράδοση μπορεῖ νὰ περιέχει ἕναν μακρινὸ πυρῆνα ἀληθείας, ἀλλὰ ἔχει ὑποστεῖ σημαντικὴ ἐπεξεργασία. Τέλος, τὸ μαῦρο σήμαινε ὅτι ὁ λόγος θεωρεῖται δημιουργία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας καὶ δὲν ἀνάγεται στὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ.

Ἡ μέθοδος αὐτὴ προσέλκυσε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν μέσων ἐνημερώσεως, ἀλλὰ συγχρόνως προκάλεσε καὶ ἔντονη δυσπιστία. Πολλοὶ ἐπιστήμονες ἐπισήμαναν ὅτι ζητήματα ἱστορικῆς πιθανότητος δὲν μποροῦν νὰ ἀποφασίζονται μὲ τρόπο ποὺ θυμίζει κοινοβουλευτικὴ διαδικασία. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων δὲν μετατρέπει αὐτομάτως μία ὑπόθεση σὲ ἱστορικὸ γεγονός. Παρ' ὅλα αὐτά, ἡ μέθοδος τῶν χανδρῶν ἔγινε τὸ πλέον χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Jesus Seminar καὶ συνέβαλε στὴ μεγάλη δημοσιότητα τῶν συμπερασμάτων του.

Τὰ κυριότερα κριτήρια ποὺ χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῶν παραδόσεων ἦταν τὸ κριτήριο τῆς πολλαπλῆς μαρτυρίας, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο μία παράδοση θεωρεῖται πιθανότερο νὰ εἶναι παλαιά ὅταν ἐμφανίζεται σὲ περισσότερες ἀνεξάρτητες πηγές· τὸ κριτήριο τῆς διαφοροποιήσεως, ποὺ θεωρεῖ πιθανότερα αὐθεντικὰ ὅσα στοιχεῖα δὲν προέρχονται οὔτε ἀπὸ τὸν σύγχρονο Ἰουδαϊσμὸ οὔτε ἀπὸ τὴ μεταγενέστερη χριστιανικὴ θεολογία· καὶ τὸ κριτήριο τῆς συμφωνίας, δηλαδὴ ἡ ἐναρμόνιση μὲ ἄλλα στοιχεῖα ποὺ ἔχουν ἤδη θεωρηθεῖ πιθανῶς αὐθεντικά.

Ἰδιαίτερη σημασία ἀπέδωσε τὸ Seminar καὶ στὰ ἀπόκρυφα & γνωστικά εὐαγγέλια, κυρίως στὸ Κατὰ Θωμᾶν γνωστικό Εὐαγγέλιο. Ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς συμμετέχοντες ὑποστήριξαν ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ διατηρεῖ παραδόσεις ἐξίσου παλαιὲς μὲ ἐκεῖνες τῶν κανονικῶν Εὐαγγελίων. Ἡ ἄποψη αὐτὴ ὑπήρξε ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἀμφιλεγόμενα σημεῖα τοῦ Jesus Seminar, καθὼς ἡ πλειονότητα τῶν συγχρόνων ἐρευνητῶν θεωρεῖ ὅτι τὸ Κατὰ Θωμᾶν, ἔστω καὶ ἐὰν περιέχει ὁρισμένες παλαιὲς παραδόσεις, ἀντικατοπτρίζει κυρίως τὴ θεολογία τοῦ 2ου αἰῶνος.

Οἱ καρποὶ τῆς πολυετοῦς ἐργασίας τοῦ Seminar δημοσιεύθηκαν κυρίως στὸ μνημειῶδες ἔργο The Five Gospels (1993), ὅπου παρουσιάζονται οἱ λόγοι τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὰ χρώματα τῶν ψηφοφοριῶν, καὶ ἀργότερα στὸ The Acts of Jesus (1998), ποὺ ἀφορᾶ τὶς πράξεις καὶ τὰ θαύματα. Τὰ δύο αὐτὰ βιβλία ἔγιναν διεθνῶς γνωστὰ καὶ ἐπηρέασαν βαθιὰ τὴ δημόσια συζήτηση γιὰ τὸν Ἱστορικὸ Ἰησοῦ.

Ὅμως, τὰ συμπεράσματα ποὺ προέκυψαν ἀποδείχθηκαν πολὺ ριζοσπαστικότερα ἀπὸ ὅ,τι ἀνέμεναν ἀκόμη καὶ πολλοὶ κριτικοὶ μελετητές. Ἡ ἀναλογία τῶν λόγων ποὺ χαρακτηρίσθηκαν ὡς γνήσιοι ἦταν ἐξαιρετικὰ μικρή, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴν ἀντίδραση σημαντικῶν βιβλικῶν ἐπιστημόνων. Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ ποὺ ἀναδύεται μέσα ἀπὸ τὸ Jesus Seminar διαφέρει σημαντικὰ τόσο ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ χριστιανικὴ πίστη ὅσο καὶ ἀπὸ τὶς περισσότερες σύγχρονες ἱστορικὲς προσεγγίσεις.

Παρακάτω θὰ ἐξετασθοῦν ἀναλυτικὰ τὰ πορίσματα τοῦ Jesus Seminar, ἡ εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ ποὺ προβάλλει ἀπὸ αὐτά, καθὼς καὶ ἡ κριτικὴ ποὺ διατυπώθηκε ἀπὸ προσωπικότητες ὅπως οἱ John P. Meier, E. P. Sanders, James D. G. Dunn, N. T. Wright καὶ Richard Bauckham, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὶς διαφορές τους, θεωροῦν ὅτι τὸ Jesus Seminar ὁδήγησε τὴν κριτικὴ μέθοδο πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια ποὺ δικαιολογοῦν τὰ διαθέσιμα ἱστορικὰ δεδομένα.


Ἡ πλέον ἐντυπωσιακὴ κατάληξη τῆς ἐργασίας τοῦ Jesus Seminar ἦταν ἡ διαμόρφωση μιᾶς νέας εἰκόνας τοῦ Ἰησοῦ. Κατὰ τὴν κρίση τῶν περισσοτέρων μελῶν του, ὁ Ἰησοῦς δὲν ὑπῆρξε πρωτίστως ἀποκαλυπτικὸς προφήτης ποὺ προανήγγειλε τὸ ἐπερχόμενο τέλος τοῦ κόσμου, οὔτε ὁ ἱδρυτὴς μιᾶς νέας θρησκείας μὲ τὴ μορφὴ ποὺ αὐτὴ ἔλαβε στὴ μεταποστολικὴ περίοδο. Ἀντιθέτως, παρουσιάζεται ὡς περιπλανώμενος σοφός, διδάσκαλος τῆς σοφίας καὶ τῶν παραβολῶν, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ ρεῦμα τοῦ κυνικοῦ φιλοσοφικοῦ βίου, ὁ ὁποῖος προέτρεπε τοὺς ἀκροατὲς του σὲ μία ριζικὴ ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ τῶν κοινωνικῶν σχέσεων.

Ἡ ἐρμηνεία αὐτὴ ὁδήγησε στὴν ἀπόρριψη μεγάλου μέρους τῶν ἀποκαλυπτικῶν λόγων τῶν συνοπτικῶν Εὐαγγελίων, καθὼς θεωρήθηκαν δημιουργήματα τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖες ἔζησαν μέσα στὴν προσδοκία τῆς ἐγγὺς Δευτέρας Παρουσίας. Ἀντίστοιχα, ἡ πλειονότητα τῶν θαυμάτων ἀντιμετωπίσθηκε ὄχι ὡς ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ ὡς συμβολικὲς ἀφηγήσεις ποὺ διαμόρφωσαν τὴν πίστη τῶν πρώτων μαθητῶν. Ἰδιαιτέρως ἀμφισβητήθηκαν ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, τὸ βάδισμα ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ἡ μεταμόρφωση καὶ ἄλλες θαυματουργικὲς διηγήσεις, οἱ ὁποῖες θεωρήθηκαν θεολογικὲς συνθέσεις τῶν εὐαγγελιστῶν.

Ἐξίσου περιοριστικὰ ἦταν τὰ συμπεράσματα γιὰ τοὺς λόγους τοῦ Ἰησοῦ. Ἀπὸ τὶς περίπου 1.500 ρήσεις ποὺ ἐξετάσθηκαν, μόνον ἕνα μικρὸ ποσοστὸ ἔλαβε κόκκινη ψῆφο, δηλαδὴ κρίθηκε ὡς σχεδὸν βέβαιο ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ. Μεγαλύτερος ἀριθμὸς χαρακτηρίσθηκε μὲ ῥοζ, ἐνῶ ἡ μεγάλη πλειονότητα ἔλαβε γκρίζα ἢ μαύρη ψῆφο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ προκάλεσε τὴν εὔλογη ἀπορία πολλῶν ἐρευνητῶν: πῶς εἶναι δυνατόν νὰ ἐξηγηθεῖ ἱστορικὰ ἡ τεράστια ἐπίδραση τοῦ Ἰησοῦ, ἐὰν σχεδὸν τίποτε ἀπὸ ὅσα διασώζουν τὰ Εὐαγγέλια δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ αὐθεντικό;

Ἡ κριτικὴ ποὺ ἀσκήθηκε στὸ Jesus Seminar προῆλθε ἀπὸ ὅλο σχεδὸν τὸ φάσμα τῆς βιβλικῆς ἐπιστήμης. Ὁ John P. Meier, μολονότι ἐφαρμόζει μὲ συνέπεια τὴν ἱστορικὴ-κριτικὴ μέθοδο, θεώρησε ὅτι πολλὲς ἀποφάσεις τοῦ Seminar προϋποθέτουν φιλοσοφικὲς ἐπιλογὲς περισσότερο παρὰ ἱστορικὴ ἀπόδειξη. Ὁ E. P. Sanders ὑποστήριξε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πρέπει νὰ κατανοηθεῖ πρωτίστως μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ τοῦ 1ου αἰῶνος καὶ ὄχι ὡς μία σχεδὸν ἀπομονωμένη μορφὴ σοφοῦ φιλοσόφου. Ἀκόμη περισσότερο, ὁ James D. G. Dunn ἐπέκρινε τὴν ἐμμονὴ στὴν ἀναζήτηση «αὐθεντικῶν λέξεων», ἐπισημαίνοντας ὅτι ὁ ἀρχαῖος κόσμος λειτουργοῦσε κυρίως μὲ τὴ ζώσα προφορικὴ παράδοση καὶ ὄχι μὲ πιστὴ στενογραφικὴ μεταφορὰ λόγων.

Ἀπὸ διαφορετικὴ ἀφετηρία, ὁ N. T. Wright ἔκρινε ὅτι τὸ Jesus Seminar δημιούργησε ἕναν Ἰησοῦ προσαρμοσμένο στὰ πολιτιστικὰ δεδομένα τῆς σύγχρονης Δύσεως, ἀπομακρύνοντάς τον ἀπὸ τὸ ἐσχατολογικὸ καὶ προφητικὸ περιβάλλον τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Κατὰ τὸν Wright, ἡ μέθοδος τοῦ Seminar δὲν ἀνακαλύπτει τὸν ἱστορικὸ Ἰησοῦ, ἀλλὰ καταλήγει νὰ κατασκευάζει μία μορφὴ ποὺ ἀνταποκρίνεται στὶς προϋποθέσεις τῶν ἐρευνητῶν.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Richard Bauckham ἐπισήμανε ὅτι τὸ Jesus Seminar ὑποτίμησε τὴν ἀξία τῆς μαρτυρίας τῶν αὐτοπτῶν. Στὸ γνωστὸ του ἔργο Jesus and the Eyewitnesses ὑποστηρίζει ὅτι τὰ Εὐαγγέλια διαμορφώθηκαν μέσα σὲ ζῶσα παράδοση ποὺ διατηροῦσε τὴ μνήμη τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων, γεγονὸς ποὺ προσδίδει μεγαλύτερη ἱστορικὴ ἀξιοπιστία στὰ κείμενα ἀπὸ ὅση παραδέχεται τὸ Jesus Seminar.

Πρέπει, πάντως, νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὸ Jesus Seminar προσέφερε καὶ θετικὴ συμβολή. Ἐπανέφερε στὸ προσκήνιο τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν Ἱστορικὸ Ἰησοῦ, ἐνθάρρυνε τὴν κριτικὴ μελέτη τῶν πηγῶν, ἀνέδειξε τὴ σημασία τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτιστικῶν συμφραζομένων τῆς Γαλιλαίας τοῦ 1ου αἰῶνος καὶ ὑπενθύμισε ὅτι τὰ Εὐαγγέλια πρέπει νὰ μελετῶνται καὶ ὡς ἱστορικὰ καὶ φιλολογικὰ κείμενα. Ἡ συμβολὴ αὐτὴ εἶναι ἀναμφισβήτητη, ἔστω καὶ ἐὰν πολλοὶ διαφωνοῦν μὲ τὰ τελικὰ συμπεράσματα.

Σήμερα, περισσότερο ἀπὸ τριάντα χρόνια μετὰ τὴ δημοσίευση τοῦ The Five Gospels, μπορεῖ νὰ λεχθεῖ ὅτι οἱ περισσότερες θέσεις τοῦ Jesus Seminar δὲν ἔχουν γίνει γενικὰ ἀποδεκτές. Ἡ σύγχρονη βιβλικὴ ἔρευνα κινείται σὲ περισσότερο μετριοπαθεῖς κατευθύνσεις, ἀναγνωρίζοντας ἀφ' ἑνὸς τὸν θεολογικὸ χαρακτῆρα τῶν Εὐαγγελίων, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴ σημαντικὴ ἱστορικὴ τους ἀξία. Ἡ ἀπόλυτη δυσπιστία τοῦ Jesus Seminar ἀπέναντι στὴν εὐαγγελικὴ παράδοση δὲν φαίνεται πλέον νὰ ἐκφράζει τὴν κυρίαρχη τάση τῆς διεθνοῦς ἐπιστημονικῆς κοινότητος.

Τελικῶς, τὸ Jesus Seminar παραμένει ἕνα ἀπό τὰ σημαντικότερα κεφάλαια τῆς νεώτερης βιβλικῆς ἐπιστήμης. Ὄχι τόσο ἐπειδὴ ἔδωσε ὁριστικὲς ἀπαντήσεις, ἀλλὰ διότι ἀνέδειξε τὰ ὅρια καὶ τὶς δυνατότητες τῆς ἱστορικῆς μεθόδου στὴ μελέτη τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε κυρίως μεθοδολογική· τὰ πορίσματά του, ὅμως, παραμένουν μέχρι σήμερα ἀντικείμενο σοβαρᾶς συζητήσεως καὶ ἐπιστημονικῆς διαφωνίας.  Σέ κάθε περίπτωση τὸ ἐν λόγῳ "Σεμινάριο" προσπάθησε νά... διασώσει τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὸ ΕΣΦΑΛΜΕΝΟ  ἐσχατολογικὸ κήρυγμα Του ,τὸ ὀποῖο ΔΕΝ ΕΠΑΛΗΘΕΥΤΗΚΕ, καθόσον ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ΔΕΝ ΗΡΘΕ, ὑποστηρίζοντας, ὅτι·

<Ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε μιὰ ἀποκαλυπτικὴ ἄποψη γιὰ τὴν βασιλεία  τοῦ Θεοῦ – ὅτι μὲ ἄμεση δηλ. παρέμβαση ὁ Θεὸς ἐπρόκειτο νὰ φέρει τὸ τέλος τῆς ἱστορίας καὶ νὰ φέρει σὲ ὕπαρξη μιὰ νέα, τέλεια τάξη ζωῆς. Ἀντίθετα, στὴν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα ὅραμα γιὰ τὸ τὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ ζωὴ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὄχι ἕνα ὅραμα ζωῆς σὲ ἕναν μελλοντικὸ κόσμο ποὺ σύντομα θὰ δημιουργηθεῖ ἀπὸ μιὰν θαυματουργὴ πράξη τοῦ Θεοῦ>

Ἐνδεικτικὴ βιβλιογραφία

Funk, Robert W., Roy W. Hoover (ἐπιμ.). The Five Gospels: The Search for the Authentic Words of Jesus. New York: Macmillan, 1993.

Funk, Robert W. The Acts of Jesus. San Francisco: HarperSanFrancisco, 1998.

Funk, Robert W. Honest to Jesus. San Francisco: HarperSanFrancisco, 1996.

Meier, John P. A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. Vols. I–V. New York: Doubleday – Yale University Press.

Sanders, E. P. The Historical Figure of Jesus. London: Penguin, 1993.

Dunn, James D. G. Jesus Remembered. Grand Rapids: Eerdmans, 2003.

Wright, N. T. Jesus and the Victory of God. Minneapolis: Fortress Press, 1996.

Bauckham, Richard. Jesus and the Eyewitnesses. Grand Rapids: Eerdmans, 2006.

Evans, Craig A. Fabricating Jesus. Downers Grove: IVP Academic, 2006.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

1974: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ & ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ (Διαμαντῆς Κούτουλας)

Χαῖρε Κωνσταντῖνε, τελευταῖε Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων!