Φρόυντ: ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ & ΟΙ ΑΜΥΝΤΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ.
Ὁ Σίγκμουντ Φρόυντ (FREUD) ἄλλαξε ριζικὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ψυχική του ζωή. Ἡ μεγάλη του ἰδέα ἦταν ὅτι δὲν εἴμαστε πάντα κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Πίσω ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σκεφτόμαστε καὶ λέμε συνειδητά, ὑπάρχει ἕνας βαθύτερος κόσμος, γεμάτος ἐπιθυμίες, φόβους, ἀναμνήσεις, φαντασιώσεις καὶ συγκρούσεις ποὺ συχνὰ ΔΕΝ γνωρίζουμε.
Αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι τὸ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ.
Γιὰ τὸν Φρόυντ, πολλὰ πράγματα ποὺ μᾶς συμβαίνουν δὲν εἶναι τυχαῖα. Ἕνα ὄνειρο, ἕνα «λάθος» στὰ λόγια μας, μία παράξενη ἀντίδραση, ἕνας φόβος ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε ἢ μία συμπεριφορὰ ποὺ ἐπαναλαμβάνουμε ξανά καὶ ξανά μπορεῖ νὰ κρύβει κάτι βαθύτερο.
Τὸ Ἀσυνείδητο
Τὸ ἀσυνείδητο εἶναι ἐκεῖνο τὸ κομμάτι τῆς ψυχῆς μας ποὺ δὲν βρίσκεται συνεχῶς μπροστὰ στὰ μάτια τῆς συνείδησης. Μπορεῖ νὰ περιέχει ἐπιθυμίες ποὺ μᾶς δυσκολεύουν, φόβους ποὺ δὲν θέλουμε νὰ παραδεχτοῦμε, παλιὲς ἐμπειρίες, ἐσωτερικὲς συγκρούσεις καὶ συναισθήματα ποὺ ἔχουμε μάθει νὰ κρύβουμε ἀκόμη κι ἀπὸ τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό.
Καὶ ἐδῶ βρίσκεται μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἐνδιαφέρουσες ἰδέες τοῦ Φρόυντ:
Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν γνωρίζουμε κάτι συνειδητὰ δὲν σημαίνει ὅτι αὐτὸ δὲν μᾶς ἐπηρεάζει.
Ἕνα συναίσθημα μπορεῖ νὰ μὴν τὸ ἀναγνωρίζουμε, ἀλλὰ νὰ ὁδηγεῖ τὶς πράξεις μας. Μπορεῖ νὰ λέμε «δὲν ζηλεύω», ἐνῶ μέσα μας νὰ ὑπάρχει ζήλεια. Μπορεῖ νὰ λέμε «δὲν θυμώνω», ἐνῶ ὁ θυμὸς νὰ βγαίνει μὲ ἄλλον τρόπο.
Αὐτὸ μᾶς φέρνει στὸ ζήτημα τῶν ἀμυντικῶν μηχανισμῶν.
Οἱ ἀμυντικοὶ μηχανισμοί
Οἱ ἀμυντικοὶ μηχανισμοὶ εἶναι τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἡ συνείδηση μας προσπαθεῖ νὰ προστατευτεῖ ἀπὸ τὸ ἄγχος, τὸν φόβο, τὴν ἐνοχὴ ἢ μία πραγματικότητα ποὺ μᾶς δυσκολεύει καὶ προέρχεται ἀπὸ συγκρούσεις ἐντὸς τοῦ Ἀσυνειδήτου.
Τὶς περισσότερες φορὲς λειτουργοῦν χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε.
Ἀπώθηση
Ἡ ἀπώθηση εἶναι ἴσως ὁ πιὸ γνωστὸς φροϋδικὸς μηχανισμός.
Κάτι μᾶς πονάει, μᾶς φοβίζει ἢ μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε ἐνοχές. Ἀντὶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσουμε, τὸ σπρώχνουμε ἔξω ἀπὸ τὴ συνείδησή μας.
Δὲν σημαίνει ὅτι τὸ ξεχνᾶμε πραγματικά. Σημαίνει ὅτι παύουμε νὰ τὸ ἔχουμε μπροστὰ στὸ μυαλό μας.
Τὸ ἀπωθημένο, ὅμως, μπορεῖ νὰ ἐπιστρέψει. Μπορεῖ νὰ ἐμφανιστεῖ σὲ ἕνα ὄνειρο, σὲ μία ἀνεξήγητη συμπεριφορά, σὲ ἕναν φόβο ἢ σὲ μία ἐπαναλαμβανόμενη κατάσταση.
Προβολή
Ἡ προβολή συμβαίνει ὅταν ἀποδίδουμε στοὺς ἄλλους συναισθήματα ποὺ δυσκολευόμαστε νὰ δεχτοῦμε μέσα μας ὡς δικά μας.
Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ νιώθει ζήλεια, ἀλλὰ νὰ πιστεύει ὅτι «ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ζηλιάρηδες».
Μπορεῖ νὰ θυμώνει, ἀλλὰ νὰ βλέπει παντοῦ ἐχθρότητα.
Μπορεῖ νὰ φοβάται ὅτι θὰ ἀπορριφθεῖ, ἀλλὰ νὰ πιστεύει ὅτι «οἱ ἄλλοι δὲν τὸν συμπαθοῦν».
Στὴν προβολή, κάτι ποὺ δυσκολευόμαστε νὰ ἀναγνωρίσουμε μέσα μας μεταφέρεται, τρόπον τινά, στὸν ἄλλον.
Ἐξιδανίκευση
Ἡ ἐξιδανίκευση εἶναι ἡ τάση νὰ βλέπουμε κάποιον ἄνθρωπο πολὺ καλύτερο, πιὸ τέλειο καὶ πιὸ σημαντικὸ ἀπ' ὅσο πραγματικὰ εἶναι.
Στὴν ἀρχὴ μιᾶς σχέσης, γιὰ παράδειγμα, μπορεῖ νὰ βλέπουμε τὸν ἄλλον σὰν «τὸν τέλειο ἄνθρωπο». Δὲν βλέπουμε τὰ ἐλαττώματά του ἢ τὰ δικαιολογοῦμε ὅλα.
Ἡ ἐξιδανίκευση μπορεῖ νὰ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὸν φόβο ὅτι ὁ ἄλλος δὲν εἶναι ὅπως θὰ θέλαμε.
Τὸ πρόβλημα ἔρχεται ὅταν ἡ πραγματικότητα ἀναγκάσει τὴν εἰκόνα αὐτὴ νὰ σπάσει.
Ἄρνηση
Ἡ ἄρνηση εἶναι ἡ ἄρνηση νὰ δεχτοῦμε μία πραγματικότητα ποὺ μᾶς πονάει.
«Δὲν συμβαίνει τίποτα.»
«Δὲν ἔχω πρόβλημα.»
«Δὲν μὲ νοιάζει.»
«Δὲν τελείωσε ἡ σχέση.»
Μερικὲς φορὲς ἡ ἄρνηση μᾶς δίνει χρόνο νὰ προσαρμοστοῦμε σὲ κάτι δύσκολο. Ἄλλοτε, ὅμως, μπορεῖ νὰ μᾶς κρατήσει μακριὰ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.
Μετατόπιση
Ἡ μετατόπιση συμβαίνει ὅταν θυμώνουμε μὲ κάποιον, ἀλλὰ ξεσπᾶμε σὲ κάποιον ἄλλον.
Μπορεῖ νὰ ἔχουμε θυμώσει μὲ τὸν προϊστάμενό μας, ἀλλὰ νὰ γυρίσουμε σπίτι καὶ νὰ μαλώσουμε μὲ κάποιον δικό μας.
Τὸ συναίσθημα εἶναι πραγματικό. Ἀπλῶς ἀλλάζει ὁ στόχος του.
Ἀντιδραστικὸς σχηματισμός
Ἐδῶ συμβαίνει κάτι ἀκόμη πιὸ παράξενο: δείχνουμε τὸ ἀντίθετο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ νιώθουμε.
Μπορεῖ νὰ νιώθουμε θυμὸ καὶ νὰ δείχνουμε ὑπερβολικὴ γλυκύτητα.
Μπορεῖ νὰ νιώθουμε ζήλεια καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ δείχνουμε ὅτι δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει καθόλου.
Μπορεῖ νὰ νιώθουμε ἔντονη ἀνασφάλεια καὶ νὰ συμπεριφερόμαστε μὲ ὑπερβολικὴ αὐτοπεποίθηση.
Ἡ ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ γίνεται, τρόπον τινά, μάσκα τοῦ ἐσωτερικοῦ συναισθήματος.
Ὀρθολογικοποίηση
Ἡ ὀρθολογικοποίηση εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ δώσουμε μία λογικὴ ἐξήγηση σὲ κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει βαθύτερη συναισθηματικὴ αἰτία.
Χωρίζουμε μὲ κάποιον καὶ λέμε:
«Ἔτσι κι ἀλλιῶς, δὲν ταίριαζαμε.»
Ἀποτυγχάνουμε σὲ κάτι καὶ λέμε:
«Δὲν τὸ ἤθελα πραγματικά.»
Μερικὲς φορὲς αὐτὲς οἱ ἐξηγήσεις εἶναι ἀληθινές. Ἄλλες φορὲς, ὅμως, μπορεῖ νὰ καλύπτουν συναισθήματα ποὺ δὲν θέλουμε νὰ κοιτάξουμε.
Παλινδρόμηση
Ἡ παλινδρόμηση εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ σὲ πιὸ παιδικὲς μορφὲς συμπεριφορᾶς, ὅταν βρισκόμαστε κάτω ἀπὸ μεγάλη πίεση.
Ἕνας ἐνήλικος μπορεῖ, ὅταν φοβηθεῖ ἢ πιεστεῖ πολύ, νὰ γίνει ἐξαρτημένος, νὰ ζητᾷ συνεχῶς φροντίδα ἢ νὰ ἀντιδρᾷ μὲ τρόπους ποὺ θυμίζουν μικρότερη ἡλικία.
Ταύτιση
Μὲ τὴν ταύτιση, παίρνουμε μέσα μας χαρακτηριστικὰ ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου.
Τὰ παιδιά, γιὰ παράδειγμα, ταυτίζονται μὲ τοὺς γονεῖς τους. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐνήλικες μποροῦν νὰ ταυτιστοῦν μὲ ἕναν ἥρωα, ἕναν δάσκαλο, ἕναν φίλο ἢ κάποιον ποὺ θαυμάζουν.
Μποροῦμε νὰ πάρουμε τὸν τρόπο ποὺ μιλάει, σκέφτεται ἢ συμπεριφέρεται κάποιος καὶ νὰ τὸν κάνουμε μέρος τοῦ δικοῦ μας χαρακτήρα.
Ἐνδοβολή
Ἡ ἐνδοβολή πηγαίνει ἀκόμη βαθύτερα.
Φωνὲς καὶ κανόνες σημαντικῶν ἀνθρώπων μποροῦν νὰ γίνουν δικές μας ἐσωτερικὲς φωνές.
Ἕνα παιδὶ ποὺ ἄκουγε συνεχῶς «δὲν εἶσαι ἀρκετά καλός» μπορεῖ, χρόνια ἀργότερα, νὰ μὴ χρειάζεται κανέναν ἄλλον γιὰ νὰ τὸ ἀκούσει. Μπορεῖ νὰ τὸ λέει μόνο του στὸν ἑαυτό του.
Ἔτσι, ὁ ἐξωτερικὸς κριτὴς γίνεται ἐσωτερικὸς κριτής.
Ἀκύρωση
Ἡ ἀκύρωση εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ διορθώσουμε συμβολικὰ κάτι ποὺ κάναμε ἢ σκεφτήκαμε καὶ μᾶς προκαλεῖ ἐνοχές.
Κάποιος μπορεῖ νὰ πληγώσει ἕναν ἄνθρωπο καὶ ὕστερα νὰ γίνει ὑπερβολικὰ καλὸς μαζί του, σὰν νὰ προσπαθεῖ νὰ «σβήσει» αὐτὸ ποὺ συνέβη.
Μετουσίωση
Ἡ μετουσίωση εἶναι ἕνας πιὸ δημιουργικὸς μηχανισμός.
Μία ἔντονη ἐσωτερικὴ ἐνέργεια μπορεῖ νὰ διοχετευθεῖ σὲ κάτι δημιουργικό.
Ὁ θυμὸς μπορεῖ νὰ γίνει ἄθληση.
Ἡ ἀνησυχία μπορεῖ νὰ γίνει δημιουργία.
Ὁ πόνος μπορεῖ νὰ γίνει τέχνη. Κἀποιος ποὺ ἀρέσκεται στὴ θέα τοῦ αἵματος , μπορεῖ νὰ γίνει ἰατρὸς χειροῦργος.
Ἡ ἔντονη ἐπιθυμία μπορεῖ νὰ γίνει ἐργασία, ἔρευνα ἢ δημιουργία.
Ἐδῶ δὲν καταστρέφουμε τὴν ἐσωτερικὴ ἐνέργεια. Τὴ μετατρέπουμε σὲ κάτι διαφορετικό.
Διάσχιση καὶ διαχωρισμὸς
Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δυσκολεύεται νὰ ἀντέξει ἀντιφατικὰ συναισθήματα ταυτόχρονα.
Μπορεῖ, λόγου χάρη, νὰ ἀγαπᾷ κάποιον καὶ συγχρόνως νὰ θυμώνει μαζί του. Ἀντὶ νὰ δεχτεῖ καὶ τὰ δύο συναισθήματα, μπορεῖ νὰ βλέπει τὸν ἄλλον ἢ ὡς «τέλειο» ἢ ὡς «ἀπαράδεκτο».
Αὐτὸ μπορεῖ νὰ δημιουργήσει ἕναν τρόπο σκέψης ὅπου ὅλα γίνονται «ἢ τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο», χωρὶς νὰ χωρᾷ ἡ πολυπλοκότητα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων.
Ἡ ἐπανάληψη
Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ παράξενα πράγματα ποὺ παρατηρεῖ κανείς στὴν ἀνθρώπινη συμπεριφορὰ εἶναι ὅτι συχνὰ ἐπαναλαμβάνουμε αὐτὸ ποὺ μᾶς πληγώνει.
Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ λέει:
«Δὲν θέλω νὰ ξαναζήσω κάτι τέτοιο.»
Κι ὅμως, χρόνια ἀργότερα, νὰ βρίσκεται σὲ μία παρόμοια σχέση, μὲ παρόμοιες συγκρούσεις καὶ παρόμοια συναισθήματα.
Ὁ Φρόυντ ἐντόπισε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπαναλαμβάνει πάντα ἐπειδὴ τὸ θέλει συνειδητά. Μερικὲς φορὲς ἐπαναλαμβάνει ἐπειδὴ κάτι μέσα του δὲν ἔχει ἀκόμη κατανοηθεῖ.
Τὸ ἀσυνείδητο στὴν καθημερινή μας ζωή
Ἡ φροϋδικὴ σκέψη δὲν χρειάζεται νὰ περιοριστεῖ στὸ ντιβάνι τοῦ ψυχαναλυτή.
Μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε τὸν ἑαυτό μας.
Γιατί θυμώνω τόσο πολύ μὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο;
Γιατί μὲ πονάει τόσο πολὺ ἡ ἀπόρριψη;
Γιατί ἐξιδανικεύω κάποιον ποὺ μόλις γνώρισα;
Γιατί πιστεύω συνεχῶς ὅτι οἱ ἄλλοι μὲ κρίνουν;
Γιατί ἐπαναλαμβάνω σχέσεις ποὺ ξέρω ὅτι μὲ πληγώνουν;
Γιατί δυσκολεύομαι τόσο πολὺ νὰ παραδεχτῶ ὅτι ζηλεύω, φοβᾶμαι ἢ θυμώνω;
Αὐτὲς οἱ ἐρωτήσεις εἶναι, μὲ μία ἔννοια, ἐρωτήσεις πρὸς τὸ ἀσυνείδητο.
Ἀπὸ τὴν ἄρνηση στὴν αὐτογνωσία
Ἡ μεγαλύτερη πρόκληση δὲν εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ ὅλους τοὺς μηχανισμοὺς ἀμύνης. Κάποιοι εἶναι φυσιολογικοὶ καὶ χρήσιμοι. Ἡ πρόκληση εἶναι νὰ μποροῦμε νὰ καταλαβαίνουμε πότε τοὺς χρησιμοποιούμε.
Νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε:
«Ἴσως αὐτὸ ποὺ κατηγορώ στοὺς ἄλλους νὰ ὑπάρχει καὶ μέσα μου.»
«Ἴσως αὐτὸς ποὺ ἔχω βάλει σὲ βάθρο νὰ μὴν εἶναι τέλειος.»
«Ἴσως πίσω ἀπὸ τὸν θυμό μου νὰ ὑπάρχει φόβος.»
«Ἴσως πίσω ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία μου νὰ ὑπάρχει πόνος.»
«Ἴσως αὐτὸ ποὺ ἀπωθῶ νὰ προσπαθεῖ μὲ κάποιον τρόπο νὰ ἐπιστρέψει.»
Αὐτὴ ἡ παρατήρηση μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτογνωσίας.
Ἡ μεγάλη ἰδέα τοῦ Φρόυντ
Ἴσως αὐτὸ ποὺ παραμένει σημαντικὸ στὸν Φρόυντ νὰ μὴν εἶναι ὅτι ἔδωσε τὴν τελευταία λέξη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή. Ἡ σύγχρονη ψυχολογία ἔχει ἀμφισβητήσει καὶ ἀναθεωρήσει πολλὲς ἀπὸ τὶς ἀρχικὲς φροϋδικὲς θεωρίες.
Ἡ μεγάλη του κληρονομιὰ εἶναι ἄλλη:
μᾶς ἔμαθε νὰ ὑποψιαζόμαστε ὅτι πίσω ἀπὸ αὐτὸ ποὺ φαίνεται μπορεῖ νὰ ὑπάρχει κάτι ποὺ δὲν φαίνεται.
Πίσω ἀπὸ τὸν θυμὸ μπορεῖ νὰ κρύβεται φόβος.
Πίσω ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία μπορεῖ νὰ κρύβεται πόνος.
Πίσω ἀπὸ τὴν ἐξιδανίκευση μπορεῖ νὰ κρύβεται ἀνάγκη.
Πίσω ἀπὸ τὴν προβολὴ μπορεῖ νὰ κρύβεται ἕνα κομμάτι τοῦ ἑαυτοῦ μας ποὺ δὲν θέλουμε νὰ δοῦμε.
Πίσω ἀπὸ τὴν ἀπώθηση μπορεῖ νὰ βρίσκεται κάτι ποὺ δὲν ἔχουμε ἀκόμη μπορέσει νὰ ἀντιμετωπίσουμε.
Καὶ ἴσως ἡ αὐτογνωσία νὰ ξεκινάει ἀκριβῶς ἐκεῖ:
ὅταν σταματᾶμε νὰ ρωτᾶμε μόνο «τί συμβαίνει;» καὶ ἀρχίζουμε νὰ ρωτᾶμε «τί συμβαίνει μέσα μου;».
