ΠΩΣ ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ Η ΒΙΒΛΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΑ ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗ.


1. Ἡ ἱστορικὴ ἔρευνα καὶ τὸ πρόβλημα τῆς αὐθεντικότητας.

Ἡ βιβλικὴ κριτικὴ προσπαθεῖ νὰ κατανοήσῃ πῶς διαμορφώθηκαν τὰ Εὐαγγέλια, ποιὲς παραδόσεις διασώζουν καὶ σὲ ποιον βαθμὸ τὰ λόγια ποὺ ἀποδίδονται στὸν Ἰησοῦ ἀντανακλοῦν τὴν ἱστορικὴ διδασκαλία του ἢ τὴ θεολογικὴ ἐπεξεργασία τῶν συγγραφέων τους.

 Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ προβλήματα τῆς ἱστορικῆς μελέτης τῆς Καινῆς Διαθήκης. Οἱ τέσσερις εὐαγγελιστὲς δὲν παρουσιάζουν ἕνα ἀπολύτως ὁμοιόμορφο κείμενο, ἀλλὰ διασώζουν κοινὲς παραδόσεις καὶ συγχρόνως δίνουν στὴν ἀφήγησή τους διαφορετικὴ θεολογικὴ κατεύθυνση.

Ἡ βασικὴ δυσκολία εἶναι ὅτι δὲν διαθέτουμε ἄμεσα γραπτὰ κείμενα ποὺ νὰ συνέταξε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς. Τὰ λόγια του μεταδόθηκαν ἀρχικὰ προφορικά, διατηρήθηκαν στὴ μνήμη τῶν μαθητῶν καὶ τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων καὶ ἀργότερα καταγράφηκαν σὲ κείμενα ποὺ ἀπευθύνονταν σὲ συγκεκριμένο κοινό, ὄχι στὰ ἀραμαϊκά, ἀλλὰ στὰ ΕΛΛΗΝΙΚΑ.


Γι’ αὐτὸ ἡ βιβλικὴ κριτικὴ δὲν ἀναζητεῖ μόνο τὸ τί εἶπε ὁ Ἰησοῦς, ἀλλὰ καὶ τὸ πῶς μεταδόθηκε αὐτὸ ποὺ εἶπε, πῶς ἐντάχθηκε στὶς ἀφηγήσεις καὶ ποιὰ θεολογικὴ σημασία ἀπέκτησε στὸ κάθε Εὐαγγέλιο.

2. Ἡ σύγκριση τῶν Εὐαγγελίων καὶ οἱ διαφορετικὲς θεολογικὲς προοπτικές.

Ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα ἐργαλεῖα τῆς βιβλικῆς κριτικῆς εἶναι ἡ συγκριτικὴ μελέτη τῶν Εὐαγγελίων. Ὅταν τὸ ἴδιο περιστατικὸ ἢ τὸ ἴδιο λόγιο ἐμφανίζεται στὸ Κατὰ Μᾶρκον, στὸ Κατὰ Ματθαῖον καὶ στὸ Κατὰ Λουκᾶν, ὁ ἐρευνητὴς ἐξετάζει τὶς ὁμοιότητες καὶ τὶς διαφορὲς στὴ διατύπωση, στὴ σειρά, στὸ περιεχόμενο καὶ στὸ πλαίσιο.

Τὰ τρία αὐτὰ Εὐαγγέλια ὀνομάζονται Συνοπτικά, ἐπειδὴ παρουσιάζουν πολλὰ κοινὰ περιστατικὰ καὶ λόγια τοῦ Ἰησοῦ, συχνὰ μὲ παρόμοια σειρά. Ἡ πλειονότητα τῶν σύγχρονων ἐρευνητῶν θεωρεῖ ὅτι ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Λουκᾶς χρησιμοποίησαν τὸ Κατὰ Μᾶρκον, ἐνῶ ἡ πιθανὴ χρήση καὶ ἄλλων πηγῶν ἀποτελεῖ μέρος τῆς συζήτησης γιὰ τὴν προέλευση τῶν Εὐαγγελίων.

Οἱ διαφορὲς στὰ κοινὰ χωρία μποροῦν νὰ φανερώσουν πῶς κάθε εὐαγγελιστὴς χρησιμοποίησε τὸ ὑλικό του, ποιὰ σημεῖα τόνισε καὶ ποιὰ ἑρμήνευσε σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες τῆς κοινότητάς του.

Τὸ Κατὰ Μᾶρκον παρουσιάζει συχνὰ τὸν Ἰησοῦ μέσα σὲ μία δυναμικὴ καὶ δραματικὴ ἀφήγηση, μὲ ἔμφαση στὴν ἐπίγεια δράση, στὴν ἀντίδραση τῶν μαθητῶν καὶ στὸ πάθος του. Τὸ Κατὰ Ματθαῖον δίνει ἰδιαίτερη σημασία στὴ σχέση τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ παράδοση καὶ τὶς Γραφές. Τὸ Κατὰ Λουκᾶν προβάλλει συχνὰ τὴ μέριμνα γιὰ τοὺς φτωχούς, τοὺς περιθωριοποιημένους καὶ τοὺς ἀποκλεισμένους. Τὸ Κατὰ Ἰωάννην, ἀντίθετα, παρουσιάζει τὸν Ἰησοῦ μὲ διαφορετικὴ λογοτεχνικὴ καὶ θεολογικὴ μορφή, δίνοντας ἰδιαίτερη θέση στὶς μεγάλες ὁμιλίες καὶ στὶς δηλώσεις γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὸν Πατέρα.


3. «Κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ μόνον ὁ Θεός» καὶ «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ εἴμαστε ἕνα»

Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικώτερα παραδείγματα γιὰ τὴ μελέτη τῆς σχέσης ἀνάμεσα στὴν ἱστορικὴ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ καὶ στὴ θεολογικὴ παρουσίασή του ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστὲς βρίσκεται στὴ σύγκριση τοῦ Κατὰ Μᾶρκον 10:18 μὲ τὸ Κατὰ Ἰωάννην 10:30.

Στὸ Κατὰ Μᾶρκον 10:17-18, ὅταν κάποιος προσφωνεῖ τὸν Ἰησοῦ «Διδάσκαλε ἀγαθέ», ἐκεῖνος ἀπαντᾷ:

«Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός».

Ἡ δήλωση αὐτὴ μπορεῖ νὰ διαβαστεῖ ὡς ἔμφαση στὴ μοναδικότητα τῆς ἀπόλυτης ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀποδέχεται ἁπλῶς τὸν χαρακτηρισμὸ «ἀγαθός», ἀλλὰ στρέφει τὴ συζήτηση πρὸς τὸν Θεό, θέτοντας ἕνα ἐρώτημα γιὰ τὸ νόημα τῆς προσφώνησης.

Τὸ χωρίο ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀναφέρεται στὸν Θεὸ ὡς τὴν ἀπόλυτη πηγὴ τῆς ἀγαθότητας. 

Στὸ Κατὰ Ἰωάννην 10:30, ἀντίθετα, ὁ Ἰησοῦς δηλώνει:

«Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν».

Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἔχει ἰδιαίτερη θεολογικὴ βαρύτητα, καθὼς παρουσιάζει μία μοναδικὴ σχέση , σχεδὸν ΤΑΥΤΙΣΗ, ἀνάμεσα στὸν Ἰησοῦ καὶ στὸν Πατέρα. Στὴν παραδοσιακὴ χριστιανικὴ θεολογία, τὸ χωρίο συνδέθηκε μὲ τὴν ἑνότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ.

Ἡ γραμματικὴ μορφὴ τῆς φράσης ἔχει σημασία. Ὁ Ἰησοῦς δὲν λέει «ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ εἴμαστε ἕνας», ἀλλὰ «ἕν ἐσμεν», χρησιμοποιῶντας τὸ οὐδέτερο «ἕν». Αὐτὸ δὲν ἀκυρώνει τὴ θεολογικὴ ἐρμηνεία τῆς ἑνότητας, ἀλλὰ δείχνει ὅτι χρειάζεται νὰ ἐξεταστεῖ τὸ εἶδος τῆς ἑνότητας ποὺ περιγράφεται. Στὸ ἄμεσο πλαίσιο, τὸ χωρίο ἀναφέρεται στὰ πρόβατα ποὺ δὲν θὰ χαθοῦν καὶ στὴ δύναμη μὲ τὴν ὁποία τὰ προστατεύουν ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱός.

Ἡ σύγκριση τῶν δύο χωρίων φανερώνει μία σημαντικὴ διαφορὰ στὸν τρόπο παρουσίασης τοῦ Ἰησοῦ. Ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῆς βιβλικῆς κριτικῆς, τὸ ἐρώτημα εἶναι ἂν αὐτὲς οἱ διαφορὲς ἀντανακλοῦν διαφορετικὲς παραδόσεις, διαφορετικὲς συγγραφικὲς ἐπιλογὲς ἢ διαφορετικοὺς τρόπους θεολογικῆς ἑρμηνείας τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ.

Τὸ Κατὰ Μᾶρκον θεωρεῖται γενικὰ τὸ ἀρχαιότερο ἀπὸ τὰ τέσσερα κανονικὰ Εὐαγγέλια, ἐνῶ τὸ Κατὰ Ἰωάννην γράφτηκε ΑΡΓΟΤΕΡΑ σὲ διαφορετικὸ λογοτεχνικὸ καὶ θεολογικὸ περιβάλλον καὶ περιέχει ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ  ἀναπτυγμένες ὁμιλίες γιὰ τὴ σχέση τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν Πατέρα.


4. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὰ Συνοπτικὰ Εὐαγγέλια καὶ ἡ αἰώνια ζωὴ στὸ Κατὰ Ἰωάννην

Ἕνα δεύτερο παράδειγμα βρίσκεται στὴ διαφορετικὴ γλῶσσα μὲ τὴν ὁποία παρουσιάζεται τὸ κέντρο τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ.

Στὰ Συνοπτικὰ Εὐαγγέλια, ἡ «βασιλεία τοῦ Θεοῦ» κατέχει κεντρικὴ θέση. Στὸ Κατὰ Μᾶρκον 1:15, ὁ Ἰησοῦς διακηρύσσει ὅτι ἔφτασε ὁ καιρὸς καὶ ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ πλησίασε, καλῶντας τοὺς ἀνθρώπους σὲ μετάνοια καὶ πίστη. Στὸ Κατὰ Ματθαῖον συναντᾶμε συχνὰ τὴ διατύπωση «βασιλεία τῶν οὐρανῶν», ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὴ διδασκαλία γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Στὸ Κατὰ Ἰωάννην, ἀντίθετα, ἡ ἔμφαση βρίσκεται συχνὰ στὴν «αἰώνια ζωή», στὴν πίστη στὸν Υἱὸ καὶ στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Στὸ Ἰωάννη 17:3, ἡ αἰώνια ζωὴ συνδέεται μὲ τὴ γνώση τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐκεῖνος ἔστειλε.

Ἡ βιβλικὴ κριτικὴ ἐξετάζει ἂν αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἀντανακλᾷ διαφορετικὰ στάδια τῆς παράδοσης ἢ διαφορετικὲς προσεγγίσεις τοῦ ἴδιου θρησκευτικοῦ μηνύματος. Τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι μόνο ποιὲς λέξεις χρησιμοποίησε ὁ Ἰησοῦς, ἀλλὰ καὶ πῶς οἱ πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες ἐρμήνευσαν τὴ διδασκαλία του μέσα ἀπὸ διαφορετικὲς θεολογικὲς κατηγορίες.

5. Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἡ σχέση του μὲ τὸν Πατέρα.

Ἕνα τρίτο παράδειγμα προσφέρει ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ πρὶν ἀπὸ τὴ σύλληψή του.

Στὸ Κατὰ Μᾶρκον 14:36, ὁ Ἰησοῦς ἀπευθύνεται στὸν Πατέρα μὲ τὴν προσφώνηση «Ἀββᾶ, ὁ Πατήρ» καὶ παρακαλεῖ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτὸν τὸ ποτήρι, ἐφόσον εἶναι δυνατόν. Συγχρόνως, δηλώνει ὅτι δὲν θέλει νὰ γίνει τὸ δικό του θέλημα, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ σκηνὴ παρουσιάζει τὸν Ἰησοῦ νὰ προσεύχεται, νὰ ἐκφράζει τὴν ἀγωνία του καὶ νὰ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ τὸ θέλημά του ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα. Ἡ ἀφήγηση ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴν ἱστορικὴ μελέτη, ἐπειδὴ παρουσιάζει τὸν Ἰησοῦ μέσα σὲ μία πραγματικὴ ἀνθρώπινη δοκιμασία.

Στὸ Κατὰ Ἰωάννην, ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ στὸ κεφάλαιο 17 ἔχει διαφορετικὴ μορφή. Περιλαμβάνει ἐκτενὴ ἀναφορὰ στὴ δόξα, στὴν ἀποστολὴ καὶ στὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν. Ὁ Ἰησοῦς μιλάει γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὸν Πατέρα καὶ γιὰ τὴν ἀποστολὴ ποὺ ἔχει ἀναλάβει.

Ἡ σύγκριση δείχνει ὅτι ὁ Μᾶρκος δίνει ἔμφαση στὴν ἀγωνία καὶ στὴν ὑπακοὴ τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης παρουσιάζει μία περισσότερο ἀναπτυγμένη θεολογικὴ ὁμιλία γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὸν Πατέρα καὶ γιὰ τὴν ἀποστολὴ τῶν μαθητῶν.

6. Τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Ἰησοῦ πάνω στὸν σταυρό

Ἡ σύγκριση τῶν τελευταίων λόγων τοῦ Ἰησοῦ πάνω στὸν σταυρὸ ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικὸ παράδειγμα.

Στὸ Κατὰ Μᾶρκον 15:34, ὁ Ἰησοῦς φωνάζει:

«Ὁ Θεός μου, ὁ Θεός μου, εἰς τί ἐγκατέλιπές με;»

Ἡ φράση παραπέμπει στὸν Ψαλμὸ 21/22 καὶ παρουσιάζει τὴν ἀγωνία τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὸ πάθος. Ἡ ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀναφορὰ στὴν ἐγκατάλειψη ἀποτελοῦν κεντρικὰ στοιχεῖα τῆς μαρκιανῆς ἀφήγησης τοῦ σταυροῦ.

Στὸ Κατὰ Λουκᾶν 23:46, ἀντίθετα, τὰ τελευταία λόγια τοῦ Ἰησοῦ εἶναι:

«Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου».

Ἡ φράση παραπέμπει στὸν Ψαλμὸ 31:5 καὶ παρουσιάζει τὸν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ ὡς παράδοση τοῦ πνεύματός του στὸν Πατέρα. Στὴν ἴδια ἀφήγηση, ὁ Λουκᾶς παρουσιάζει τὸν Ἰησοῦ νὰ προσεύχεται γιὰ τὴ συγχώρηση ἐκείνων ποὺ τὸν σταυρώνουν, σύμφωνα μὲ τὸ Λουκᾶν 23:34. Τὸ συγκεκριμένο χωρίο, ὡστόσο, ἔχει κειμενικὴ ἀμφισβήτηση, ἐπειδὴ παραλείπεται ἀπὸ ὁρισμένους ἀρχαίους χειρόγραφους μάρτυρες.

Ἡ διαφορετικὴ παρουσίαση τοῦ πάθους ἀναδεικνύει τὶς θεολογικὲς ἔμφασεις τῶν εὐαγγελιστῶν. Ὁ Μᾶρκος προβάλλει τὴν ἀγωνία καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς ἐγκατάλειψης, ἐνῶ ὁ Λουκᾶς παρουσιάζει τὴν τελικὴ παράδοση τοῦ Ἰησοῦ στὸν Πατέρα.

Ἡ βιβλικὴ κριτικὴ ἐξετάζει τὴ σχέση τῶν δύο παραδόσεων, τὴ χρήση τῶν Ψαλμῶν καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κάθε συγγραφέας δίνει νόημα στὸν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ διαφορετικὴ διατύπωση μπορεῖ νὰ φανερώνει θεολογικὴ ἐπεξεργασία, ἀλλὰ ἡ ἀκριβὴς ἱστορικὴ ἀνασύνθεση παραμένει δύσκολη, ἐπειδὴ δὲν διαθέτουμε ἀνεξάρτητη καταγραφή τῶν τελευταίων λόγων του.

7. Ἡ γλῶσσα καὶ τὸ ἱστορικὸ περιβάλλον τοῦ Ἰησοῦ

Ἕνα ἀκόμη βασικὸ κριτήριο εἶναι ἡ μελέτη τῆς γλώσσας καὶ τοῦ ἱστορικοῦ περιβάλλοντος. Ὁ Ἰησοῦς δίδαξε κυρίως σὲ ἕνα ἰουδαϊκὸ περιβάλλον τοῦ πρώτου αἰῶνα, ὅπου ἡ ἀραμαϊκὴ γλῶσσα εἶχε σημαντικὴ θέση. Τὰ Εὐαγγέλια, ὅμως, γράφτηκαν στὰ ἑλληνικά.

Ἑπομένως, ἀκόμη καὶ ὅταν διασώζουν μία παλαιότερη παράδοση, τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ φτάνουν σὲ ἐμᾶς μέσα ἀπὸ μία διαδικασία μετάδοσης, μετάφρασης καὶ πιθανῆς γλωσσικῆς προσαρμογῆς. Ὁ ἐρευνητὴς ἐξετάζει ἂν μία διατύπωση ταιριάζει στὸ γλωσσικὸ καὶ κοινωνικὸ περιβάλλον τῆς ἐποχῆς του, ἂν συνδέεται μὲ τὶς ἰουδαϊκὲς Γραφὲς καὶ ἂν ἀνταποκρίνεται σὲ ὅσα γνωρίζουμε γιὰ τὸν ἰουδαϊσμὸ τῶν χρόνων ἐκείνων.

Ἡ ἀναφορὰ σὲ ἀραμαϊκὲς λέξεις, ὅπως τὸ «Ἀββᾶ» στὸ Κατὰ Μᾶρκον 14:36, μπορεῖ νὰ βοηθήσει στὴ μελέτη τοῦ γλωσσικοῦ περιβάλλοντος. Δὲν ἀποτελεῖ, ὡστόσο, ἀπὸ μόνη της ἀπόδειξη ὅτι κάθε φράση ποὺ τὴ συνοδεύει διασώζει αὐτούσια τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ.

Ἡ γλωσσικὴ ἀνάλυση χρειάζεται νὰ συνδυάζεται μὲ τὴ σύγκριση τῶν πηγῶν, τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα καὶ τὴ μελέτη τῆς συγγραφικῆς προοπτικῆς κάθε εὐαγγελιστῆ.

8. Ἡ πολλαπλῆ μαρτυρία καὶ τὰ ὅρια τῶν κριτηρίων

Σημαντικὸ ρόλο παίζει τὸ κριτήριο τῆς πολλαπλῆς μαρτυρίας. Ὅταν μία διδασκαλία μαρτυρεῖται σὲ διαφορετικὲς καὶ σχετικὰ ἀνεξάρτητες παραδόσεις, ἡ πιθανότητα νὰ ἀνάγεται σὲ παλαιότερο ἱστορικὸ πυρῆνα μπορεῖ νὰ ἐνισχυθεῖ.

Ἀντίστοιχα, ὅταν ἕνα λόγιο δὲν φαίνεται νὰ ἐξυπηρετεῖ εὔκολα τὶς μεταγενέστερες θεολογικὲς ἀνάγκες τῆς κοινότητας ποὺ τὸ διασώζει, ὁρισμένοι ἐρευνητὲς θεωροῦν ὅτι αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἔνδειξη παλαιότερης προέλευσης. Τὰ κριτήρια αὐτὰ χρησιμοποιήθηκαν ἐκτενῶς στὴν ἔρευνα τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ ἡ σύγχρονη βιβλικὴ ἐπιστήμη ἀναγνωρίζει καὶ τὰ ὅριά τους.

Ἡ πολλαπλῆ μαρτυρία, γιὰ παράδειγμα, δὲν ἀποτελεῖ πάντοτε ἀπόδειξη ἀνεξαρτησίας. Ἄν δύο εὐαγγελιστὲς χρησιμοποιήσουν τὴν ἴδια γραπτὴ πηγή, ἡ παρουσία μίας φράσης καὶ στὰ δύο Εὐαγγέλια δὲν σημαίνει ὅτι διαθέτουμε δύο ἀνεξάρτητες μαρτυρίες γι’ αὐτήν.

Ἐπίσης, τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνα λόγιο φαίνεται δύσκολο ἢ ἀσυνήθιστο γιὰ μία μεταγενέστερη κοινότητα δὲν ἀποδεικνύει ἀπὸ μόνο του ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Ἰησοῦ. Ἡ ἐκτίμηση τῆς αὐθεντικότητας χρειάζεται νὰ βασίζεται στὸ σύνολο τῶν στοιχείων καὶ ὄχι σὲ ἕνα μόνο κριτήριο.


Συμπέρασμα.

Ἡ βιβλικὴ κριτικὴ προσπαθεῖ νὰ διακρίνει τὴν παλαιότερη παράδοση γιὰ τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κάθε εὐαγγελιστὴς τὴν παρέλαβε, τὴν ὀργάνωσε καὶ τὴν ἑρμήνευσε. Ἡ συγκριτικὴ μελέτη τῶν κειμένων, ἡ ἱστορικὴ καὶ γλωσσικὴ ἀνάλυση, ἡ ἐξέταση τῶν πηγῶν καὶ ἡ κριτικὴ ἀξιολόγηση τῶν μαρτυριῶν ἀποτελοῦν βασικὰ μέσα αὐτῆς τῆς προσπάθειας.

Τὰ παραδείγματα ἀπὸ τὸν Μᾶρκο, τὸν Ματθαῖο, τὸν Λουκᾶ καὶ τὸν Ἰωάννη δείχνουν ὅτι οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν παρουσιάζουν πάντοτε τὰ λόγια καὶ τὰ περιστατικὰ μὲ τὴν ἴδια διατύπωση ἢ τὴν ἴδια θεολογικὴ ἔμφαση. Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ «οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός» τοῦ Μάρκου καὶ στὸ «ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν» τοῦ Ἰωάννη ἀναδεικνύει αὐτὸ τὸ ζήτημα μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια.

Τελικὰ, εἶναι χρήσιμο νὰ διακρίνουμε τρία ἐπίπεδα: τὴν πιθανὴ ἱστορικὴ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ, τὴν προφορικὴ καὶ γραπτὴ παράδοση ποὺ διασώθηκε στὶς πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες καὶ τὴ θεολογικὴ μορφὴ ποὺ ἔλαβε αὐτὴ ἡ παράδοση στὸ κάθε Εὐαγγέλιο.

Αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς δὲν ἐπιτρέπει πάντοτε ἀπόλυτα συμπεράσματα, ἀλλὰ βοηθᾶ νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ μνήμη τοῦ Ἰησοῦ μεταδόθηκε, ἑρμηνεύτηκε καὶ καταγράφηκε. Ὁ σκοπὸς τῆς βιβλικῆς κριτικῆς δὲν εἶναι νὰ ἀπορρίψει ἐκ τῶν προτέρων τὴ θεολογικὴ σημασία τῶν Εὐαγγελίων, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσει μὲ ἱστορικὴ συνέπεια πῶς διαμορφώθηκαν τὰ κείμενα καὶ τί μποροῦμε, μὲ βάση τὰ διαθέσιμα στοιχεία, νὰ γνωρίζουμε γιὰ τὸν Ἰησοῦ τῆς ἱστορίας καὶ τὴ διδασκαλία Του.


 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

1974: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ & ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ (Διαμαντῆς Κούτουλας)

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967