ΤΟ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ "ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ" ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ.
1. Εἰσαγωγή: Ἡ δραματουργικὴ φύση τῆς ἀρχαίας τραγῳδίας καὶ ὁ ρόλος τοῦ Χοροῦ.
Ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα ζητήματα τῆς σύγχρονης σκηνικῆς προσλήψεως τῆς ἀρχαίας τραγῳδίας εἶναι ἡ κατανόηση τῆς λειτουργίας καὶ τῆς σημασίας τοῦ Χοροῦ. Ἡ περιορισμένη παρουσία του, ἡ δραματουργικὴ ὑποβάθμισή του ἢ ἀκόμη καὶ ἡ πλήρης ἀπουσία του σὲ ὁρισμένες σύγχρονες σκηνικὲς ἀποδόσεις ἐνδέχεται νὰ ἀλλοιώνουν οὐσιωδῶς τὴν ἀρχιτεκτονικὴ καὶ τὴν πολιτικὴ διάσταση τοῦ ἀρχαίου δράματος.
Ἡ διαπίστωση αὐτὴ συνδέεται μὲ μία βαθύτερη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νεωτέρου καὶ τοῦ ἀρχαίου δραματικοῦ προτύπου. Τὸ νεώτερο ἀστικὸ δρᾶμα ἐπικεντρώνεται συχνὰ στὴν ἰδιωτικὴ σφαῖρα, στὶς ἐνδοοικογενειακὲς σχέσεις καὶ στὰ γεγονότα ποὺ διαδραματίζονται ἐντὸς τοῦ οἴκου. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ «Στέλλα Βιολάντη» τοῦ Γρηγορίου Ξενόπουλου, ὅπου ἡ δραματικὴ σύγκρουση ἀναπτύσσεται κυρίως στὸ πλαίσιο τῆς οἰκογενειακῆς καὶ κοινωνικῆς ἐγκλείσεως.
Ἀντιθέτως, ἡ ἀθηναϊκὴ τραγῳδία ἀνήκει σὲ ἕνα κατ’ ἐξοχὴν δημόσιο καὶ πολιτικὸ δραματουργικὸ πλαίσιο. Τὰ γεγονότα παρουσιάζονται ἐνώπιον τῆς Πόλεως, στὸ πλαίσιο μιᾶς δημόσιας θεατρικῆς πράξεως, καὶ ἡ συλλογικὴ διάσταση τοῦ δράματος ἐκπροσωπεῖται, σὲ σημαντικὸ βαθμό, ἀπὸ τὸν Χορό.
Ὁ Χορὸς δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα μουσικὸ ἢ διακοσμητικὸ στοιχεῖο τῆς παραστάσεως. Ἀντιπροσωπεύει τὴ συλλογικὴ φωνή, τὴ δημόσια συνείδηση καὶ τὴν παρουσία τῆς Πόλεως ἐντὸς τῆς δραματικῆς πράξεως. Συμμετέχει στὴν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων, σχολιάζει τὶς ἀνθρώπινες ἀποφάσεις καὶ διαμορφώνει τὸ ἠθικὸ καὶ πολιτικὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ὁ θεατὴς καλεῖται νὰ ἀξιολογήσει τὰ τεκταινόμενα (Goldhill, 1986· Kitzinger, 2008).
Κατὰ συνέπεια, ἡ σκηνικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ Χοροῦ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ κριτήρια γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς ἐρμηνευτικῆς προσλήψεως ἑνὸς ἀρχαίου τραγικοῦ ἔργου.
2. Ἡ θρησκευτικὴ καὶ πολιτικὴ διάσταση τῆς ταφῆς στὴν ἀρχαιὀτητα.
Γιὰ τὴν κατανόηση τῆς «Ἀντιγόνης» κρίνεται ἀπαραίτητη ἡ ἀναφορὰ στὶς ἀρχαῖες ταφικὲς πρακτικὲς καὶ στὴν πολιτικὴ διάσταση τῆς μεταθανάτιας μεταχειρίσεως τῶν νεκρῶν.
Στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο ἡ ταφὴ δὲν ἀποτελοῦσε ἀνεξαιρέτως δικαίωμα κάθε νεκροῦ. Ἡ στέρηση τῆς ταφῆς, ὅπως καὶ ἡ ἐκταφή, μποροῦσε νὰ ἐπιβληθεῖ ὡς ποινὴ σὲ περιπτώσεις προδοσίας ἢ ἱεροσυλίας, ἀνάλογα μὲ τὶς πολιτικὲς καὶ νομικὲς συνθῆκες κάθε πόλεως.
Ἡ "ἀταφία", ἐπομένως, δὲν ἀποτελοῦσε ἁπλῶς μία δυσάρεστη φυσικὴ κατάσταση. Συνιστοῦσε κυρίως μία συμβολικὴ καὶ πολιτικὴ πράξη, μὲ τὴν ὁποία ἡ Πόλις ἀρνιόταν στὸν νεκρὸ τὴν ἔνταξή του στὴν κοινότητα τῶν νεκρῶν καὶ ἐπέβαλλε τὴ μεταθανάτια ἀτίμωσή του.
Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ πλαισίου πρέπει νὰ κατανοηθεῖ ἡ ἀπόφαση τοῦ Κρέοντος νὰ στερήσει τὸν Πολυνείκη ἀπὸ τὴν ταφή. Ἡ πράξη του δὲν ἀπορρέει ἀποκλειστικὰ ἀπὸ προσωπικὴ ἐχθρότητα, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὴν πολιτικὴ ἀντίληψη ὅτι ὁ προδότης τῆς πατρίδος δὲν δικαιοῦται τὶς τιμὲς ποὺ ἀπονέμονται στοὺς ὑπερασπιστὲς τῆς Πόλεως.
Ἀπέναντι σὲ αὐτὴν τὴν πολιτικὴ ἀξίωση ἀντιπαρατίθεται ἡ ἀντίληψη τῆς Ἀντιγόνης, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ συγγενικοὶ καὶ θρησκευτικοὶ δεσμοὶ ἐπιβάλλουν τὴν ταφὴ τοῦ νεκροῦ, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πολιτικὴ κρίση τῆς πόλεως. Ἡ ταφὴ, συνεπῶς, μετατρέπεται σὲ πεδίο συγκρούσεως δύο διαφορετικῶν μορφῶν δικαιοσύνης.
3. Ὁ Οἶκος καὶ ἡ Πόλις: Δύο ἀνταγωνιστικὰ συστήματα ἀξιῶν.
Ἡ σύγκρουση τῆς Ἀντιγόνης μὲ τὸν Κρέοντα ἔχει ὡς βαθύτερο ὑπόβαθρο τὴν ἀντιπαράθεση δύο θεμελιωδῶν θεσμικῶν καὶ ἀξιακῶν συστημάτων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς κοινωνίας: τοῦ Οἴκου καὶ τῆς Πόλεως.
Ὁ Οἶκος, ὡς θεσμὸς συγγενικῆς συνοχῆς, ἀμοιβαίων ὑποχρεώσεων καὶ λατρευτικῆς συνέχειας, εἶχε ἰδιαίτερα ἰσχυρὴ θέση στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ κοινωνία. Οἱ δεσμοὶ αἵματος δὲν ἀποτελοῦσαν ἁπλῶς προσωπικὲς σχέσεις, ἀλλὰ ἐντάσσονταν σὲ ἕνα εὐρύτερο θρησκευτικὸ καὶ κοινωνικὸ σύστημα καθηκόντων.
Ἡ Πόλις, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, συγκροτεῖ μία διαφορετικὴ μορφὴ συλλογικῆς ὀργανώσεως, ἡ ὁποία θεμελιώνεται στὸν νόμο, στοὺς θεσμοὺς καὶ στὴν πολιτικὴ συμμετοχή. Ἡ ἐμφάνισή της δὲν σημαίνει ὅτι ἐξαφανίζονται οἱ δεσμοὶ τοῦ Οἴκου, ἀλλὰ ὅτι ἀνακύπτει ἡ ἀνάγκη ἐναρμονίσεως δύο διαφορετικῶν πεδίων ὑποχρεώσεων.
Ἡ ἑγελιανὴ ἐρμηνεία τῆς «Ἀντιγόνης» ἀναδεικνύει ἀκριβῶς αὐτὴν τὴ διαλεκτικὴ ἀντιπαράθεση. Ὁ Χέγκελ θεωρεῖ τὴν τραγικὴ σύγκρουση ὡς ἀντιπαράθεση δύο ἠθικῶν δυνάμεων: τῆς οἰκογενειακῆς καὶ συγγενικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποία ἐκπροσωπεῖ ἡ Ἀντιγόνη, καὶ τῆς πολιτικῆς καὶ κρατικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποία ἐκπροσωπεῖ ὁ Κρέων (Hegel, 1807/1977).
Ἡ προσέγγιση αὐτὴ ἀποτελεῖ σημαντικὸ ἐρμηνευτικὸ κλειδί, ὄχι ὅμως καὶ ἐξαντλητικὴ ἐρμηνεία τοῦ σοφόκλειου δράματος. Ἡ τραγικὴ σύγκρουση ἀποκτᾷ βαθύτερο περιεχόμενο, ἐπειδὴ οἱ δύο ἀρχὲς δὲν μποροῦν νὰ συνυπάρξουν ὅταν ἡ καθεμία ἀπὸ αὐτὲς διεκδικεῖ ἀπόλυτη καὶ ἀνεξαίρετη ἰσχύ.
4. Ἡ ἀγάπη τῆς Ἀντιγόνης καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς συγγενικῆς ἠθικῆς.
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ φράση τῆς Ἀντιγόνης«Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν». Ἡ ρήση αὐτή, ποὺ ἀποδίδεται συνήθως ὡς «δὲν γεννήθηκα γιὰ νὰ μισῶ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀγαπῶ», ἔχει συχνὰ ἐρμηνευθεῖ ὡς διακήρυξη μιᾶς καθολικῆς καὶ ἀνεξαιρέτως ἀνθρωπιστικῆς ἀγάπης.
Μία προσεκτικώτερη ἀνάγνωση, ὡστόσο, ἐπιβάλλει νὰ ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν τὸ δραματικὸ καὶ συγγενικὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο διατυπώνεται. Ἡ Ἀντιγόνη ὑπερασπίζεται πρωτίστως τὸν δεσμὸ αἵματος καὶ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν Οἶκο της.
Τὴν ἑρμηνεία αὐτὴ ἐνισχύει ἡ μεταγενέστερη ἀναφορὰ τῆς ἡρωίδας στὴν ἰδιαιτερότητα τῶν συγγενικῶν δεσμῶν, ὅταν ἐπιχειρεῖ νὰ αἰτιολογήσει γιατί δὲν θὰ ἐνεργοῦσε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὸν σύζυγο ἢ τὰ τέκνα της (στ. 904–920).
Τὸ συγκεκριμένο χωρίο ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ἠθικὴ στάση τῆς Ἀντιγόνης δὲν ταυτίζεται μὲ μία ἀφηρημένη καὶ καθολικὴ θεωρία ἀγάπης. Ἀντιθέτως, ἐδράζεται στὴν ἰερότητα συγκεκριμένων συγγενικῶν δεσμῶν, ὅπως αὐτοὶ νοοῦνται στὸ πλαίσιο τοῦ ἀρχαίου Οἴκου.
Ἑπομένως, ἡ Ἀντιγόνη δὲν πρέπει νὰ προσεγγίζεται ἀναχρονιστικὰ ὡς μία μορφὴ προχριστιανικῆς ἀναγγελίας τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Ἡ ἠθικὴ της συνείδηση ἀνήκει στὸ συγκεκριμένο θρησκευτικὸ καὶ κοινωνικὸ σύμπαν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τραγῳδίας.
5. Ἡ διττὴ ὀρθότητα τῆς Ἀντιγόνης καὶ τοῦ Κρέοντος: Ἡ παρέμβαση τοῦ Αἵμονος.
Ἡ βαθύτερη ἐρμηνευτικὴ διάσταση τῆς «Ἀντιγόνης» δὲν ἐξαντλεῖται—ὅπως προεῖπα— στὴ σύγκρουση Οἴκου καὶ Πόλεως. Ὁ Σοφοκλῆς φαίνεται νὰ ἐπιδιώκει νὰ ἀναδείξει ἕνα βαθύτερο πρόβλημα: τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀναγνωρίσει τὴ μερικότητα τῆς δικῆς του ἄποψης καὶ τὴν ὕπαρξη μιᾶς διαφορετικῆς, ἐξίσου θεμιτῆς, ἀνθρώπινης ἀξιώσεως.
Ἡ Ἀντιγόνη ὑπερασπίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ της στὴν ταφή καὶ τὴν ὑπεροχὴ τῶν ἄγραφων θεϊκῶν νόμων. Ὁ Κρέων, ἀντιθέτως, ὑπερασπίζεται τὴν πολιτικὴ τάξη, τὴν ἰσχὺ τοῦ νόμου καὶ τὴν ἀνάγκη τιμωρίας ἐκείνων ποὺ στρέφονται ἐναντίον τῆς Πόλεως.
Ἡ ἀρχικὴ ἀξίωση καθενὸς ἀπὸ τοὺς δύο ἔχει τὸ δικό της ἠθικὸ καὶ πολιτικὸ ἔρεισμα. Ἡ τραγικὴ ἐκτροπὴ ἐμφανίζεται ὅταν ἡ ἀξίωση αὐτὴ ΑΠΟΛΥΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ καὶ μετατρέπεται σὲ ἀπόλυτη καὶ ἀδιαπραγμάτευτη βεβαιότητα.
Καθοριστικὴ γιὰ τὴν κατανόηση αὐτῆς τῆς διαστάσεως εἶναι ἡ παρέμβαση τοῦ Αἵμονος, ὁ ὁποῖος ἐπιχειρεῖ νὰ καταστήσει σαφὲς στὸν πατέρα του ὅτι ἡ ἐξουσία δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀπόρριψη κάθε διαφορετικῆς γνώμης.
Ἡ περίφημη ἀναφορὰ του στὴν ἀνάγκη ἀποδοχῆς τῆς ἄλλης ἄποψης καὶ στὴν εὐκαμψία τῆς σκέψεως ἀποτελεῖ κεντρικὸ σημεῖο τῆς τραγικῆς προβληματικῆς. Ὁ Αἵμων ἀντιπαραθέτει στὴν αὐταρχικὴ βεβαιότητα τοῦ Κρέοντος τὴν ἀνάγκη διαλόγου, ἀκροάσεως καὶ ἀναθεωρήσεως.
Ἐπομένως, ἡ «Ἀντιγόνη» δὲν ὀργανώνεται μὲ βάση τὴν ἁπλουστευτικὴ διάκριση ἀνάμεσα σὲ ἕναν ἀπολύτως ἀγαθὸ καὶ ἕναν ἀπολύτως κακὸ χαρακτῆρα. Στὴν ἀρχαἰα τραγωδία δέν ὑπάρχουν καλοὶ καουμπόυδες καὶ κακοὶ ἰνδιἀνοι. Ἡ τραγικὴ της δύναμη ἀκριβῶς ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι δύο πρόσωπα ὑπερασπίζονται διαφορετικὲς ἀξιώσεις δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ἀναγνωρίσουν τὰ ὅρια τῆς δικῆς τους ἀλήθειας.
Ἡ ὕβρις, συνεπῶς, δὲν συνίσταται ἀπλῶς στὴν ἀνυπακοή, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀπόλυτη προσκόλληση στὴν προσωπικὴ βεβαιότητα, ὅταν αὐτὴ ἀποκλείει κάθε ἄλλη ἀξίωση δικαίου.
6. Ἡ ἔννοια τῆς φρονήσεως καὶ ὁ τελικὸς λόγος τοῦ Χοροῦ.
Τὸ βαθύτερο δίδαγμα τοῦ δράματος συμπυκνώνεται στὴν τελικὴ ρήση τοῦ Χοροῦ, στὴν Ἔξοδο: «Πολλῷ τὸ φρονεῖν εὐδαιμονίας πρῶτον ὑπάρχει» (στ. 1348).
Ἡ Φρόνηση παρουσιάζεται ὡς πρωταρχικὴ προϋπόθεση τῆς εὐδαιμονίας. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ διανοητικὴ ἱκανότητα ἢ γιὰ συσσώρευση γνώσεων, ἀλλὰ γιὰ τὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀναγνωρίζει τὰ ὅρια τῆς κρίσεώς του, νὰ ἀποφεύγει τὴν ἀλαζονικὴ βεβαιότητα καὶ νὰ ἀναγνωρίζει τὴν πολυπλοκότητα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, καθόσον δέν μπορεῖ νὰ γνωρίζει ἐκ τῶν προτἐρων τὶς ἁκρὀτατες συνἐπειες τῶν πρἀξεων του..
Ἡ Φρόνηση, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια, συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ἱκανότητα ἀναθεωρήσεως τῶν προσωπικῶν ἀποφάσεων. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θεωρεῖ ὅτι κατέχει ἀποκλειστικὰ τὴν ἀλήθεια ἀποκλείει τὴ δυνατότητα διορθώσεως καὶ καθίσταται εὐάλωτος στὴν ὕβριν.
Ἡ τελικὴ ρήση τοῦ Χοροῦ ἀποκτᾷ, ἔτσι, ἰδιαίτερη δραματουργικὴ σημασία. Ὁ Χορὸς δὲν περιορίζεται στὸ νὰ σχολιάσει τὴν καταστροφὴ τῶν προσώπων, ἀλλὰ διατυπώνει τὸ γενικώτερο φιλοσοφικὸ συμπέρασμα τοῦ δράματος.
Ἡ τραγικὴ ἐμπειρία μετατρέπεται σὲ γνώση, καὶ ἡ γνώση αὐτὴ ἀποκτᾷ συλλογικὸ χαρακτῆρα, ἐπειδὴ διατυπώνεται ἀπὸ τὸν Χορὸ ὡς ἐκπρόσωπο τῆς Πόλεως.
Ἔτσι, ὁ Χορὸς ἀποδεικνύεται ὄχι μόνον φορέας τῆς δημόσιας συνειδήσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ τελικὸς φορέας τῆς φιλοσοφικῆς συνθέσεως τοῦ τραγικοῦ λόγου.
7. Ἡ γλωσσικὴ ἀμφισημία τοῦ χωρίου τοῦ Αἵμονος (στ. 635).
Ἰδιαίτερο φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ πρώτη φράση τοῦ Αἵμονος κατὰ τὴν ἀντιπαράθεσή του μὲ τὸν Κρέοντα: «Πάτερ, σὸς εἰμι· καὶ σὺ μοι γνώμας ἔχων χρηστὰς ἀπορθοῖς» (στ. 635).
Τὸ ρῆμα «ἀπορθοῖς», ἀπὸ τὸ «ἀπορθόω‒ῶ», παρουσιάζει μορφολογικὴ ἀμφισημία, ἡ ὁποία ἔχει ἰδιαίτερο ἐρμηνευτικὸ ἐνδιαφέρον.
Συγκεκριμένα, ὁ ρηματικὸς τύπος τοῦ ἐν λόγῳ συνηρημἐνου ρήματος σέ <όω‒ῶ> μπορεῖ νὰ συσχετισθεῖ μορφολογικὰ καὶ μὲ τὴν ὁριστικὴ καὶ με τὴν εὐκτικὴ ἔγκλιση. Ἡ διάκριση αὐτὴ δὲν εἶναι ἀπλῶς γραμματική, ἀλλὰ ἐπηρεάζει τὴν πρόσληψη τοῦ λόγου τοῦ Αἵμονος.
Στὴν πρώτη ἐρμηνευτικὴ ἐκδοχή, ἡ φράση προσλαμβάνεται ὡς διαπίστωση: ὁ πατέρας ἔχει χρηστὲς γνώμες καὶ καθοδηγεῖ σωστὰ τὸν γιό του.
Στὴ δεύτερη, ἡ φράση προσλαμβάνεται ὡς εὐκτικὴ διατύπωση: ὁ Αἵμων ἐκφράζει τὴν εὐχὴ ὁ πατέρας του νὰ τὸν καθοδηγεῖ ὀρθῶς.
Ἡ δεύτερη πρόσληψη ἀποδίδει μία ἰδιαίτερα λεπτή, ἀλλὰ οὐσιώδη, δραματουργικὴ διάσταση. Ὁ Αἵμων δὲν ἐπιβεβαιώνει ἄκριτα τὴν ὀρθότητα τοῦ πατέρα του, ἀλλὰ ἐκφράζει τὴν προσδοκία ὅτι ἐκεῖνος θὰ ἐνεργεῖ μὲ σύνεση καὶ δικαιοσύνη.
Ἡ ἀμφισημία αὐτὴ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἐνισχύει τὴν τραγικὴ εἰρωνεία τοῦ διαλόγου, καθώς ὁ Κρέων προσλαμβάνει τὰ λόγια τοῦ γιοῦ του ὡς ἐπιβεβαίωση τῆς δικῆς του ὀρθότητας (ὁριστικὴ ἔγκλισγ) ἐνῶ ὁ Αἵμων ἐπιχειρεῖ νὰ διατηρήσει ἀνοικτὴ τὴ δυνατότητα τῆς πατρικῆς καθοδηγήσεως καὶ διορθώσεως (εύκτικὴ ἔγκλιση).
Τὸ παράδειγμα αὐτὸ ἀναδεικνύει τὴν ἐκφραστικὴ δύναμη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ Σοφοκλέους νὰ ἐνσωματώνει στὴ γραμματικὴ μορφὴ ἑνὸς ρηματικοῦ τύπου δραματουργικὲς καὶ ψυχολογικὲς ἀποχρώσεις.
8. Ἀρχαιοελληνικὴ ὕβρις καὶ χριστιανικὴ ἁμαρτία: Δύο διαφορετικὲς ἠθικὲς κατηγορίες.
Ἡ σύγκριση τῆς ἀρχαιοελληνικῆς τραγικῆς ἀντιλήψεως τῆς ὕβρεως μὲ τὴ χριστιανικὴ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη σημαντικὸ πεδίο φιλοσοφικοῦ προβληματισμοῦ.
Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ λέξη «ἁμαρτία» συνδέεται μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀστοχίας, τοῦ σφάλματος ἢ τῆς ἀποτυχίας ἐπιτεύξεως ἑνὸς σκοποῦ. Ἡ σημασιολογική της ἐξέλιξη στὴ χριστιανικὴ θεολογία τῆς προσέδωσε εὐρύτερο καὶ βαθύτερο θεολογικὸ περιεχόμενο.
Ἡ «ὕβρις», ἀντιθέτως, ἀποτελεῖ μία σύνθετη ἠθικὴ καὶ κοινωνικὴ κατηγορία. Συνδέεται μὲ τὴν ὑπέρβαση τῶν ἀνθρωπίνων ὁρίων, τὴν ἀλαζονικὴ συμπεριφορά, καὶ τὴν ἀδυναμία ἀναγνωρίσεως τῶν περιορισμῶν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
Στὴν ἀρχαία τραγῳδία, τὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης πράξεως δὲν εἶναι πάντοτε σαφῶς προκαθορισμένα γιὰ τὸ δρῶν πρόσωπο. Ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων ὅλες τὶς συνέπειες τῶν ἐνεργειῶν του καὶ, ἀκόμη περισσότερο, τὸ σύνολο τῶν δυνάμεων ποὺ καθορίζουν τὴ μοῖρα του.
Ἡ τραγικὴ συνθήκη ἀναδύεται ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναντιστοιχία μεταξὺ τῆς περιορισμένης ἀνθρωπίνης γνώσεως καὶ τῆς πολυπλοκότητας τῆς πραγματικότητας.
Στὸ βιβλικὸ πλαίσιο, ἀντιθέτως, ἡ διήγηση τοῦ Παραδείσου παρουσιάζει μία ρητὴ θεϊκὴ ἐντολή: τὴν ἀπαγόρευση τῆς βρώσεως ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Ἡ παράβαση ἐντάσσεται, ἔτσι, σὲ μία σχέση ἀνάμεσα στὴ θεϊκὴ ἐντολή, τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία καὶ τὴν εὐθύνη (Γένεσις 2:16–17· 3:1–7).
Ἡ σύγκριση αὐτὴ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ἀρχαία τραγῳδία ἀγνοεῖ τὴν ἀνθρώπινη εὐθύνη ἢ ὅτι ἡ χριστιανικὴ θεολογία περιορίζει τὴν ἁμαρτία σὲ μία ἁπλῆ παράβαση ρητῶν κανόνων. Ἀναδεικνύει, ὅμως, δύο διαφορετικοὺς τρόπους προσεγγίσεως τῆς ἀνθρωπίνης πλάνης καὶ τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἠθικὴ τάξη.
Στὴν τραγικὴ κοσμοαντίληψη, ἡ ὕβρις συνδέεται μὲ τὴ διατάραξη μιᾶς εὐρύτερης κοσμικῆς καὶ ἠθικῆς ἰσορροπίας. Ἡ Νέμεσις ἀποτελεῖ τὴν ἀντίδραση σὲ αὐτὴν τὴ διατάραξη καὶ ἐκφράζει τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως, ἔστω καὶ μὲ τίμημα τὴν καταστροφὴ τοῦ τραγικοῦ προσώπου (Dodds, 1951).
Ἔτσι, ὁ τραγικὸς ἥρωας δὲν εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἕνας ἔνοχος ποὺ ἀναμένει τὴ συγχώρηση, ἀλλὰ συχνὰ ἕνα πρόσωπο ποὺ ἐμπλέκεται σὲ μία σύγκρουση ἀξιῶν καὶ δυνάμεων, τὶς ὁποῖες ἀδυνατεῖ νὰ ἐλέγξει πλήρως.
9. Κάθαρση καὶ λύτρωση: Ἡ διαφορὰ τῆς τραγικῆς καὶ τῆς χριστιανικῆς προοπτικῆς.
Ἡ διάκριση μεταξὺ καθάρσεως καὶ λυτρώσεως προσφέρει μία ἰδιαίτερα γόνιμη βάση γιὰ τὴ σύγκριση τῆς ἀρχαίας τραγικῆς καὶ τῆς χριστιανικῆς κοσμοθεωρίας.
Ἡ κάθαρση, στὸ πλαίσιο τῆς ἀρχαίας τραγῳδίας, συνδέεται μὲ τὴ δραματικὴ ἐπεξεργασία τῶν παθῶν, τὴν ἀναγνώριση τῆς τραγικῆς πραγματικότητας καὶ τὴν ἀποκατάσταση μιᾶς διαταραγμένης ἠθικῆς ἢ κοσμικῆς τάξεως. Ἡ ἀκριβὴς σημασία της, ὅπως εἶναι γνωστό, παραμένει ἀντικείμενο φιλολογικῆς καὶ φιλοσοφικῆς συζητήσεως, ἰδίως σὲ σχέση μὲ τὴν ἀριστοτελικὴ θεωρία τῆς τραγῳδίας (Ἀριστοτέλης, "Περὶ ποιητικῆς", 1449b24–28· Halliwell, 1986).
Ἡ λύτρωση, ἀντιθέτως, στὴ χριστιανικὴ θεολογικὴ παράδοση συνδέεται μὲ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν του καὶ τὴ δυνατότητα ἀποκαταστάσεως τῆς σχέσεώς του μὲ τὸν Θεό.
Ἡ συγχώρηση δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπλῆ ἀποκατάσταση τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἐνσωματώνει μία διάσταση Χάριτος, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὴν αὐστηρὴ ἀνταποδοτικὴ λογική.
Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν προοπτική, ἡ ἀρχαία τραγῳδία καὶ ἡ χριστιανικὴ θεολογία προσεγγίζουν διαφορετικὰ τὸ πρόβλημα τῆς ἀνθρωπίνης πλάνης, τῆς εὐθύνης καὶ τῆς τελικῆς ἀποκαταστάσεως. Ἡ πρώτη ἀναδεικνύει τὴν τραγικὴ ἀναγκαιότητα τῆς συγκρούσεως καὶ τῶν συνεπειῶν της· ἡ δεύτερη προσφέρει τὴ δυνατότητα τῆς συγχωρήσεως καὶ τῆς σωτηρίας.
10. Συμπεράσματα.
Ἡ σοφόκλεια «Ἀντιγόνη» συνιστᾷ ἕνα ἀπὸ τὰ βαθύτερα φιλοσοφικὰ καὶ πολιτικὰ ἔργα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας. Ἡ σημασία της δὲν περιορίζεται στὴν ἀντιπαράθεση τῶν ἀτομικῶν καὶ πολιτικῶν ὑποχρεώσεων, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται στὸ ζήτημα τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως, τῆς ἠθικῆς κρίσεως καὶ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας.
Ἡ Ἀντιγόνη καὶ ὁ Κρέων ἐκπροσωποῦν δύο διαφορετικὲς ἀξιακὲς ἀρχές, οἱ ὁποῖες διαθέτουν ἡ καθεμία τὴ δική της νομιμοποιητικὴ βάση. Ἡ τραγικὴ ἐξέλιξη δὲν προκύπτει ἁπλῶς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῆς διαφωνίας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀδυναμία τῶν προσώπων νὰ ἀναγνωρίσουν τὰ ὅρια τῆς δίκης τους.
Ὁ Αἵμων ἀναδεικνύει τὴν ἀνάγκη τῆς διαλεκτικῆς καὶ τῆς ἀμοιβαίας ἀκροάσεως, ἐνῶ ὁ Χορὸς προσδίδει στὴν τραγικὴ ἐμπειρία τὴ συλλογικὴ καὶ φιλοσοφικὴ διάστασή της.
Ἡ τελικὴ διακήρυξη ὅτι «πολλῷ τὸ φρονεῖν εὐδαιμονίας πρῶτον ὑπάρχει» συμπυκνώνει τὸ κεντρικὸ δίδαγμα τοῦ δράματος: ἡ ἀνθρώπινη εὐδαιμονία δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὴν ὀρθότητα τῶν ἀρχῶν ποὺ ὑπερασπίζεται κανείς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ δυνατότητά του νὰ ἀναγνωρίζει τὴν πολυπλοκότητα τοῦ δικαίου καὶ νὰ ἀναθεωρεῖ τὶς ἀποφάσεις του.
Ἡ Φρόνηση ἀποτελεῖ, συνεπῶς, τὴν ἀναγκαία προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς ὕβρεως καὶ τὴ διατήρηση τῆς ἀνθρώπινης καὶ πολιτικῆς ἰσορροπίας.
Τέλος, ἡ σημασία τοῦ Χοροῦ ἀποδεικνύεται καθοριστική. Ὁ Χορὸς εἶναι ἡ φωνὴ τῆς πόλεως, ὁ φορέας τῆς συλλογικῆς μνήμης καὶ ὁ τελικὸς ἐκφραστὴς τῆς τραγικῆς γνώσεως. Γι αύτὸ καὶ ἡ ὑποβάθμισή του σὲ κάποιες σύγχρονες σκηνικὲς ἀποδόσεις ἐνδέχεται, ἐπομένως, νὰ ἀποδυναμώνει μία ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες διαστάσεις τοῦ ἀρχαίου δράματος.
Τὸ μέγιστο δίδαγμα τῆς ἀθηναϊκῆς τραγῳδίας δὲν εἶναι ἡ ἄκριτη ἐπιβεβαίωση μιᾶς ἀτομικῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ἡ ἀνθρώπινη κρίση παραμένει περιορισμένη καὶ ὅτι ἡ Φρόνηση προϋποθέτει τὴν ἀναγνώριση αὐτοῦ τοῦ περιορισμοῦ.
---
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κριτικὲς ἐκδόσεις καὶ φιλολογικὲς μελέτες γιὰ τὴν «Ἀντιγόνη»
Brown, A. (1987). Sophocles' Antigone. Warminster: Aris & Phillips.
Griffith, M. (1999). Sophocles: Antigone. Cambridge: Cambridge University Press.
Jebb, R. C. (1891). Sophocles: The Plays and Fragments. Part III: The Antigone. Cambridge: Cambridge University Press.
Knox, B. M. W. (1964). The Heroic Temper: Studies in Sophoclean Tragedy. Berkeley: University of California Press.
Ὁ Χορὸς καὶ ἡ πολιτικὴ διάσταση τῆς τραγῳδίας
Easterling, P. E. (ed.) (1997). The Cambridge Companion to Greek Tragedy. Cambridge: Cambridge University Press.
Goldhill, S. (1986). Reading Greek Tragedy. Cambridge: Cambridge University Press.
Kitzinger, R. (2008). The Choruses of Sophokles' Antigone and Philoktetes: A Dance of Words. Leiden: Brill.
Scodel, R. (2010). An Introduction to Greek Tragedy. Cambridge: Cambridge University Press.
Ὁ Οἶκος, ἡ Πόλις καὶ ἡ ἑγελιανὴ ἐρμηνεία
Foley, H. P. (2001). Female Acts in Greek Tragedy; Princeton: Princeton University Press.
Hegel, G. W. F. (1807). Phänomenologie des Geistes. Bamberg und Würzburg: Joseph Anton Goebhardt.
Hegel, G. W. F. (1977). Phenomenology of Spirit. Translated by A. V. Miller. Oxford: Oxford University Press.
Hegel, G. W. F. (1991). Elements of the Philosophy of Right. Edited by Allen W. Wood, translated by H. B. Nisbet. Cambridge: Cambridge University Press.
Segal, C. (1981). Tragedy and Civilization: An Interpretation of Sophocles. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Ὕβρις, φρόνησις, κάθαρσις καὶ τραγικὴ δικαιοσύνη
Burkert, W. (1985). Greek Religion. Translated by John Raffan. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Dodds, E. R. (1951). The Greeks and the Irrational. Berkeley: University of California Press.
Halliwell, S. (1986). Aristotle's Poetics. London: Duckworth.
Halliwell, S. (1998). Aristotle's Poetics. Chicago: University of Chicago Press.
