Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥΣ.
Πῶς ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀρχαιότητας τὸν ἑαυτό τους; Ἔνιωθαν τὶς σκέψεις τους ὡς κάτι προσωπικό, ὡς μιὰ ἐσωτερικὴ φωνὴ ποὺ ἀνήκε στὸν ἴδιο τὸν νοῦ τους; Ἢ μήπως ἡ ἐσωτερικὴ ζωή τους ἦταν τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δική μας, ὥστε ἐκεῖνο ποὺ ἐμεῖς ὀνομάζουμε «συνείδηση» νὰ ἐμφανιζόταν σ’ αὐτοὺς μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς θείας ἐντολῆς;
Αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα βρίσκονται στὸ κέντρο τῆς τολμηρῆς καὶ ἀμφιλεγόμενης θεωρίας τοῦ Ἀμερικανοῦ ψυχολόγου Τζούλιαν Τζέυνς (Julian Jaynes), ὁ ὁποῖος, στὸ βιβλίο του The Origin of Consciousness in the Breakdown of the Bicameral Mind (1976), ἐπιχείρησε νὰ ἐξηγήσει τὴν ἱστορικὴ διαμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης.
Ἡ κεντρικὴ ἰδέα του εἶναι ὅτι ἡ συνείδηση, ὅπως τὴ γνωρίζουμε σήμερα —ἡ ἱκανότητα νὰ παρατηροῦμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ ἐξετάζουμε τὰ κίνητρά μας καὶ νὰ περιγράφουμε τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο— δὲν ὑπῆρχε πάντοτε μὲ τὴ σημερινὴ μορφή. Κατὰ τὸν Τζέυνς, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι βίωναν τὸν νοῦ τους μεταβλήθηκε μέσα στὴν ἱστορία.
Ὁ Τζέυνς ὀνόμασε τὸ ὑποτιθέμενο παλαιότερο ψυχικὸ καθεστὼς «διθάλαμη διάνοια» (bicameral mind). Σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία του, σὲ ὁρισμένες ἀρχαῖες κοινωνίες οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀναγνώριζαν πάντοτε τὶς ἐσωτερικές τους παρορμήσεις ὡς δικές τους συνειδητὲς σκέψεις. Ἀντίθετα, ἔτειναν —κατὰ τὴν ἑρμηνεία του— νὰ βιώνουν ὁρισμένες ἐσωτερικὲς ἐντολὲς ὡς φωνὲς θεῶν, προγόνων ἢ ἄλλων ἀνώτερων δυνάμεων (βλ.πχ. τὴν ἐξήγηση τοῦ Ἀγαμέμνονος γιὰ τὸν τσακωμό του μὲ τὸν Ἀχιλλέα ὡς Ἄτη σταλεῖσα ἀπὸ τοὺς θεούς).
Κατὰ τὸν Τζέυνς, ὁ ἕνας θάλαμος, ποὺ ἀντιστοιχοῦσε στὸ δεξὶ ἡμισφαίριο τοῦ ἐγκεφάλου, παρῆγε ἀκουστικὲς παραισθήσεις, τὶς ὁποῖες οἱ ἄνθρωποι ἐκλάμβαναν ὡς φωνὲς θεῶν, βασιλέων ἢ προγόνων. Ὁ ἄλλος θάλαμος, στὸ ἀριστερὸ ἡμισφαίριο, δεχόταν αὐτὲς τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς ἐκτελοῦσε μηχανικά. Ἡ σύγχρονη ἀνθρώπινη συνείδηση, κατὰ τὸν Τζέινς, γεννήθηκε ὅταν αὐτὸ τὸ διθάλαμο σύστημα κατέρρευσε ἐξαιτίας κοινωνικῶν κρίσεων καὶ τῆς ἀνάπτυξης τῆς γλώσσας περὶ τὸ 1500πΧ, ἀναγκάζοντας τὰ δύο ἡμισφαίρια νὰ συνεργαστοῦν καὶ νὰ δημιουργήσουν τὸν ἐσωτερικὸ μονόλογο ὅπως τὸν βιώνουμε σήμερα..
Ὅμως ἡ Ἰλιάδα μέ τὶς παρεμβάσεις τῶν θεῶν στὴ ζωὴ καὶ τὸ νοῦ τῶν ἀνθρὠπων ἀποτελεῖ λογοτεχνία, ὄχι ψυχολογικὸ ἡμερολόγιο. Ἡ παρουσία τῶν θεῶν μπορεῖ νὰ ἐκφράζει θρησκευτικὲς πεποιθήσεις, ποιητικὲς συμβάσεις καὶ πολιτισμικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὴ μοῖρα καὶ τὴν ἀνθρώπινη δράση. Δὲν ἀποδεικνύει ἀπὸ μόνη της ὅτι οἱ ἀρχαῖοι δὲν διέθεταν ἐσωτερικὴ συνείδηση καὶ ἑρμήνευαν πάντα τὶς παρορμήσεις τους ὡς θεϊκὲς παρεμβάσεις...
Στὴ θεωρία τοῦ Τζέυνς, ἡ μετάβαση δὲν ἦταν ἕνα ξαφνικὸ γεγονὸς οὔτε μιὰ ἀπλῆ ἀλλαγὴ στὶς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις. Ἦταν μιὰ βαθύτερη μεταβολὴ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ὀργάνωνε τὴν ἐμπειρία του.
Καθὼς οἱ κοινωνίες γίνονταν περισσότερο σύνθετες, οἱ παλαιότερες ἀντιλήψεις δὲν ἀρκοῦσαν πάντοτε γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὰ νέα προβλήματα. Πόλεμοι, μετακινήσεις πληθυσμῶν, κοινωνικὲς κρίσεις καὶ ἡ κατάρρευση πολιτικῶν κέντρων θὰ μποροῦσαν, κατὰ τὴν πρότασή του, νὰ κλονίσουν τὰ συστήματα μέσα στὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι ἔβρισκαν κατεύθυνση καὶ βεβαιότητα.
Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ὁ Τζέυνς τοποθετεῖ τὴ σταδιακὴ ἐμφάνιση μιᾶς περισσότερο ἀναστοχαστικῆς συνείδησης: τῆς ἱκανότητας νὰ ἀναρωτιέται κανεὶς ὄχι μόνο τί πρέπει νὰ κάνει, ἀλλὰ καὶ γιατί τὸ θέλει· νὰ συγκρίνει διαφορετικὲς δυνατότητες, νὰ φαντάζεται τὸ μέλλον καὶ νὰ παρατηρεῖ τὶς ἴδιες του τὶς σκέψεις.
Ἡ θεωρία τοῦ Τζέυνς προκάλεσε ἔντονη συζήτηση, ἀλλὰ δὲν ἀπἐσπασε τὸ ἐπιστημονικὸ consensus . Ἔχουν ἀμφισβητηθεῖ οἱ νευρολογικὲς ὑποθέσεις της, ἡ ἑρμηνεία τῶν ἀρχαίων κειμένων καὶ ἡ δυνατότητα νὰ συναχθοῦν τόσο μεγάλα συμπεράσματα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση ἀπὸ λογοτεχνικὲς καὶ θρησκευτικὲς μαρτυρίες.
Ἡ σύγχρονη ἔρευνα δὲν ἔχει τεκμηριώσει ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ἄνθρωποι διέθεταν γενικὰ διαφορετικὸ εἶδος συνείδησης ἀπὸ τὸ σημερινό. Ἡ αὐτογνωσία, ἡ ἐσωτερικὴ σκέψη καὶ ἡ ἱκανότητα σχεδιασμοῦ ἔχουν βαθιὲς ρίζες στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἐνῶ ἡ ἀρχαιολογικὴ καὶ γραμματειακὴ μαρτυρία δὲν ἐπιτρέπει εὔκολες γενικεύσεις γιὰ ὁλόκληρους πολιτισμούς.
Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ θεωρία διατηρεῖ τὴν ἰδιαίτερη φιλοσοφικὴ ἀξία της. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μιλᾶμε γιὰ τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴ γλῶσσα, τὶς κοινωνικὲς σχέσεις, τὴ θρησκεία καὶ τὶς πολιτισμικὲς μας συνήθειες.
Ἴσως, λοιπόν, τὸ σημαντικώτερο ἐρώτημα νὰ μὴν εἶναι ἂν οἱ ἀρχαῖοι ἄνθρωποι «εἶχαν» ἢ «δὲν εἶχαν» συνείδηση, ὅπως ἐμεῖς. Ἴσως εἶναι προτιμώτερο νὰ ρωτήσουμε πῶς ἔδιναν νόημα στὶς ἐσωτερικές τους ἐμπειρίες, πῶς ἀναγνώριζαν τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες τους, καὶ πῶς ἔμαθαν νὰ περιγράφουν τὸν ἑαυτό τους ὡς τὸ κέντρο τῶν πράξεών τους.
Καὶ ἴσως ἡ μεγαλύτερη συμβολὴ τῆς θεωρίας του νὰ βρίσκεται ἀκριβῶς ἐδῶ: στὴν ὑπενθύμιση ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ φωνὴ ποὺ θεωροῦμε σήμερα τόσο οἰκεία δὲν εἶναι μόνο προσωπικὴ ἐμπειρία. Εἶναι καὶ ἕνας τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μαθαίνει νὰ ζεῖ, νὰ σκέφτεται καὶ νὰ δίνει νόημα στὸν κόσμο του.
