Η ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ.
Εἰσαγωγή
Ἡ ρωμαϊκὴ παντόμιμα (pantomimus) ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα, δημοφιλῆ καὶ σύνθετα θεατρικὰ εἴδη τῆς ἑλληνορωμαϊκῆς ἀρχαιότητος (Hall & Wyles 2008, σ. 1). Ἂν καὶ οἱ ρίζες της ἀνιχνεύονται στὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο καὶ στὶς ὀρχηστικὲς παραδόσεις τῆς Ἀνατολῆς (Garelli 2007, σ. 42), τὸ εἶδος αὐτὸ γνώρισε τὴν πλήρη ἀκμή του καὶ συστηματοποιήθηκε στὴ Ρώμη κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Αὐγούστου, γύρω στὸ 22 π.Χ., ἀπὸ δύο διάσημους καλλιτέχνες, τὸν Πυλάδη τὸν Κιλίκιο καὶ τὸν Βάθυλλο τὸν Ἀλεξανδρέα (Jory 1981, σ. 147· Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταὶ 1.20d-e). Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν σύγχρονο ὅρο «παντόμιμα», ὁ ρωμαϊκὸς pantomimus δὲν ἦταν ἕνας βωβὸς κλόουν, ἀλλὰ ἕνας ὑψηλοῦ ἐπιπέδου τραγικὸς ἢ κωμικὸς χορευτής, ὁ ὁποῖος ἀπέδιδε ὁλόκληρα μυθολογικὰ ἢ ἱστορικὰ δράματα χρησιμοποιῶντας ἀποκλειστικὰ τὴν κίνηση τοῦ σώματος καὶ τὶς χειρονομίες (Lada-Richards 2007, σ. 19).
Ἡ ρωμαϊκὴ παντόμιμα (pantomimus) ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα, δημοφιλῆ καὶ σύνθετα θεατρικὰ εἴδη τῆς ἑλληνορωμαϊκῆς ἀρχαιότητος (Hall & Wyles 2008, σ. 1). Ἂν καὶ οἱ ρίζες της ἀνιχνεύονται στὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο καὶ στὶς ὀρχηστικὲς παραδόσεις τῆς Ἀνατολῆς (Garelli 2007, σ. 42), τὸ εἶδος αὐτὸ γνώρισε τὴν πλήρη ἀκμή του καὶ συστηματοποιήθηκε στὴ Ρώμη κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Αὐγούστου, γύρω στὸ 22 π.Χ., ἀπὸ δύο διάσημους καλλιτέχνες, τὸν Πυλάδη τὸν Κιλίκιο καὶ τὸν Βάθυλλο τὸν Ἀλεξανδρέα (Jory 1981, σ. 147· Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταὶ 1.20d-e). Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν σύγχρονο ὅρο «παντόμιμα», ὁ ρωμαϊκὸς pantomimus δὲν ἦταν ἕνας βωβὸς κλόουν, ἀλλὰ ἕνας ὑψηλοῦ ἐπιπέδου τραγικὸς ἢ κωμικὸς χορευτής, ὁ ὁποῖος ἀπέδιδε ὁλόκληρα μυθολογικὰ ἢ ἱστορικὰ δράματα χρησιμοποιῶντας ἀποκλειστικὰ τὴν κίνηση τοῦ σώματος καὶ τὶς χειρονομίες (Lada-Richards 2007, σ. 19).
Δομὴ καὶ Χαρακτηριστικὰ τῆς Παράστασης
Ἡ δομὴ τῆς ρωμαϊκῆς παντόμιμας βασιζόταν σὲ μιὰ μοναδικὴ σύμπραξη τεχνῶν: τῆς ὄρχησης, τῆς μουσικῆς καὶ τῆς ποίησης (Beacham 1991, σ. 141).
Ἡ δομὴ τῆς ρωμαϊκῆς παντόμιμας βασιζόταν σὲ μιὰ μοναδικὴ σύμπραξη τεχνῶν: τῆς ὄρχησης, τῆς μουσικῆς καὶ τῆς ποίησης (Beacham 1991, σ. 141).
- Ὁ Ὀρχηστής (Pantomimus): Ἦταν ὁ κεντρικὸς πόλος τῆς παράστασης. Φοροῦσε ἕνα μακρύ, ποδῆρες ἔνδυμα (συρτό) καὶ ἕνα προσωπεῖο (μάσκα) μὲ κλειστὸ στόμα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ἀνοιχτὰ στόματα τῶν προσωπείων τοῦ κλασικοῦ θεάτρου (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 29). Ὁ ἴδιος ὁ χορευτὴς παρέμενε ἀπολύτως βωβός. Ὡστόσο, εἶχε τὴν ἱκανότητα, ἀλλάζοντας προσωπεῖα καὶ κοστούμια ἢ χρησιμοποιῶντας τὴν εὐελιξία τοῦ σώματός του, νὰ ὑποδύεται διαδοχικὰ ὅλους τοὺς χαρακτῆρες ἑνὸς ἔργου: θεούς, ἥρωες, γυναῖκες καὶ τέρατα (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 66).
- Τὸ Libretto (Fabula Saltata): Ἡ θεατρικὴ πλοκὴ βασιζόταν σὲ ἕνα ποιητικὸ κείμενο, γραμμένο συνήθως στὰ ἑλληνικὰ ἢ τὰ λατινικά (Hall & Wyles 2008, σ. 12). Τὸ κείμενο αὐτὸ ὀνομαζόταν fabula saltata (ὀρχηστικὸ δρᾶμα) καὶ οἱ ὑποθέσεις του ἀντλοῦνταν κυρίως ἀπὸ τὴν κλασικὴ μυθολογία, ὅπως τὰ πάθη τοῦ Διονύσου, ἡ Φαίδρα, ὁ Οἰδίπους, ἢ ἡ Ἀφροδίτη καὶ ὁ Ἄρης (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 37-61).
- Ὁ Χορὸς καὶ ἡ Ὀρχήστρα: Καθὼς ὁ χορευτὴς κινοῦνταν, ἕνας τραγουδιστὴς ἢ μιὰ ὁλόκληρη χορωδία (chorus) τραγουδοῦσε τὸ κείμενο, ἐξηγῶντας στὸ κοινὸ τὰ τεκταινόμενα (Webb 2008, σ. 65). Τὴ χορωδία συνόδευε μιὰ πολυμελὴς ὀρχήστρα ἀπὸ αὐλούς, σύριγγες, κιθάρες, τύμπανα καὶ τὰ scabilla, τὰ ξύλινα ἢ μεταλλικὰ κρούστα ποδός, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ μαέστρος κρατοῦσε τὸν ρυθμὸ (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 63, 68· Beacham 1991, σ. 143).
Κοινωνικὴ καὶ Πολιτικὴ Διάσταση
Ἡ παντόμιμα ὑπῆρξε τὸ κατεξοχὴν μαζικὸ θέαμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐνῶ ἡ παραδοσιακὴ τραγωδία καὶ ἡ κωμῳδία εἶχαν ἀρχίσει νὰ παρακμάζουν, ἡ παντόμιμα κατέκλυσε τὰ μεγάλα ρωμαϊκὰ θέατρα (Beacham 1991, σ. 140). Ἡ δημοφιλία τῶν χορευτῶν ἦταν τεράστια, ἀνάλογη μὲ αὐτὴ τῶν σημερινῶν ἀστέρων τοῦ θεάματος ἢ τῶν ἀθλητῶν (Ἰουβενάλης, Σάτιρα 6.63-66). Οἱ κορυφαῖοι παντόμιμοι ἀπολάμβαναν τὴν εὔνοια τῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως τοῦ Νέρωνα, τοῦ Δομιτιανοῦ ἢ τοῦ Τραϊανοῦ, ἀλλά, ταυτόχρονα, γίνονταν συχνὰ αἰτία κοινωνικῶν ἀναταραχῶν (Garelli 2007, σ. 215). Οἱ φανατικοὶ ὀπαδοὶ διαφορετικῶν χορευτῶν (οἱ factions) συγκρούονταν βίαια στοὺς δρόμους τῆς Ρώμης, γεγονὸς ποὺ ἀνάγκαζε κατὰ καιροὺς τοὺς αὐτοκράτορες νὰ ἐξορίζουν τοὺς καλλιτέχνες ἀπὸ τὴν πόλη (Τάκιτος, Χρονικὰ 1.77).
Ἡ παντόμιμα ὑπῆρξε τὸ κατεξοχὴν μαζικὸ θέαμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐνῶ ἡ παραδοσιακὴ τραγωδία καὶ ἡ κωμῳδία εἶχαν ἀρχίσει νὰ παρακμάζουν, ἡ παντόμιμα κατέκλυσε τὰ μεγάλα ρωμαϊκὰ θέατρα (Beacham 1991, σ. 140). Ἡ δημοφιλία τῶν χορευτῶν ἦταν τεράστια, ἀνάλογη μὲ αὐτὴ τῶν σημερινῶν ἀστέρων τοῦ θεάματος ἢ τῶν ἀθλητῶν (Ἰουβενάλης, Σάτιρα 6.63-66). Οἱ κορυφαῖοι παντόμιμοι ἀπολάμβαναν τὴν εὔνοια τῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως τοῦ Νέρωνα, τοῦ Δομιτιανοῦ ἢ τοῦ Τραϊανοῦ, ἀλλά, ταυτόχρονα, γίνονταν συχνὰ αἰτία κοινωνικῶν ἀναταραχῶν (Garelli 2007, σ. 215). Οἱ φανατικοὶ ὀπαδοὶ διαφορετικῶν χορευτῶν (οἱ factions) συγκρούονταν βίαια στοὺς δρόμους τῆς Ρώμης, γεγονὸς ποὺ ἀνάγκαζε κατὰ καιροὺς τοὺς αὐτοκράτορες νὰ ἐξορίζουν τοὺς καλλιτέχνες ἀπὸ τὴν πόλη (Τάκιτος, Χρονικὰ 1.77).
Παράλληλα, τὸ εἶδος δέχτηκε ἔντονη κριτικὴ ἀπὸ δύο διαφορετικὰ μέτωπα. Ἀφενός, οἱ συντηρητικοὶ ἐθνικοὶ συγγραφεῖς κατηγοροῦσαν τὴν παντόμιμα γιὰ θηλυπρέπεια, αἰσθησιασμὸ καὶ ἠθικὴ διαφθορά, θεωρῶντας ὅτι ὑπονόμευε τὰ παραδοσιακὰ ρωμαϊκὰ ἤθη (mos maiorum) (Σενέκας, Ἐπιστ. 121.6· Ἰουβενάλης, Σάτιρα 6.63). Ἀφετέρου, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τοὺς ὕστερους αὐτοκρατορικοὺς χρόνους καταδίκασαν τὸ θέαμα ὡς εἰδωλολατρικό, σαρκικὸ καὶ ἐπικίνδυνο γιὰ τὴν ψυχὴ (Αὐγουστῖνος, Περὶ τῆς Πολιτείας τοῦ Θεοῦ 2.8· Βιβιλάκης 2004, σ. 88).
Ἡ Ὑπεράσπιση τῆς Τέχνης: Λουκιανὸς «Περὶ Ὀρχήσεως»
Ἡ σημαντικώτερη θεωρητικὴ πηγὴ ποὺ διασώζει τὴν ἀξία τῆς παντόμιμας εἶναι ὁ διάλογος Περὶ Ὀρχήσεως τοῦ Λουκιανοῦ (2ος αἰ. μ.Χ.). Ὁ Λουκιανὸς ὑπερασπίζεται τὴν τέχνη αὐτὴ ἀπέναντι στοὺς ἐπικριτές της, χαρακτηρίζοντάς την ὡς μιὰ ἐπιστήμη ποὺ ἀπαιτεῖ καθολικὴ μόρφωση (Lada-Richards 2007, σ. 79). Ὁ χορευτὴς πρέπει νὰ γνωρίζει ἄριστα ἱστορία, μυθολογία, ποίηση καὶ φιλοσοφία (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 35). Ἡ κίνησή του πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτα συμμετρική, ἐκφραστικὴ καὶ νὰ συνδυάζει τὸ κάλλος μὲ τὴν πνευματικότητα (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 75). Ὅπως ἀναφέρει χαρακτηριστικά, ἡ παντόμιμα εἶναι ἕνας «καθρέφτης τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς», ποὺ ἐπιτυγχάνει τὴν τέλεια ἁρμονία ψυχῆς καὶ σώματος (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 81).
Ἡ σημαντικώτερη θεωρητικὴ πηγὴ ποὺ διασώζει τὴν ἀξία τῆς παντόμιμας εἶναι ὁ διάλογος Περὶ Ὀρχήσεως τοῦ Λουκιανοῦ (2ος αἰ. μ.Χ.). Ὁ Λουκιανὸς ὑπερασπίζεται τὴν τέχνη αὐτὴ ἀπέναντι στοὺς ἐπικριτές της, χαρακτηρίζοντάς την ὡς μιὰ ἐπιστήμη ποὺ ἀπαιτεῖ καθολικὴ μόρφωση (Lada-Richards 2007, σ. 79). Ὁ χορευτὴς πρέπει νὰ γνωρίζει ἄριστα ἱστορία, μυθολογία, ποίηση καὶ φιλοσοφία (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 35). Ἡ κίνησή του πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτα συμμετρική, ἐκφραστικὴ καὶ νὰ συνδυάζει τὸ κάλλος μὲ τὴν πνευματικότητα (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 75). Ὅπως ἀναφέρει χαρακτηριστικά, ἡ παντόμιμα εἶναι ἕνας «καθρέφτης τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς», ποὺ ἐπιτυγχάνει τὴν τέλεια ἁρμονία ψυχῆς καὶ σώματος (Λουκιανός, Περὶ Ὀρχ. 81).
Συμπεράσματα
Ἡ ρωμαϊκὴ παντόμιμα δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνα λαϊκὸ θέαμα φτηνῆς διασκέδασης, ἀλλὰ ἕνα ἐκλεπτυσμένο εἶδος σωματικοῦ θεάτρου ποὺ κατάφερε νὰ γεφυρώσει τὰ γλωσσικὰ καὶ πολιτισμικὰ χάσματα τῆς πολυεθνικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Webb 2008, σ. 217). Μέσα ἀπὸ τὴν καθολικὴ γλῶσσα τῆς κίνησης, μετέφερε τὰ μεγάλα μηνύματα τῆς κλασικῆς γραμματείας σὲ ἕνα εὐρύτατο κοινό, ἀποτελῶντας τὸν πρόδρομο τοῦ μεταγενέστερου δυτικοῦ μπαλέτου καὶ τοῦ σύγχρονου θεάτρου κίνησης (Hall & Wyles 2008, σ. 359).
Ἡ ρωμαϊκὴ παντόμιμα δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνα λαϊκὸ θέαμα φτηνῆς διασκέδασης, ἀλλὰ ἕνα ἐκλεπτυσμένο εἶδος σωματικοῦ θεάτρου ποὺ κατάφερε νὰ γεφυρώσει τὰ γλωσσικὰ καὶ πολιτισμικὰ χάσματα τῆς πολυεθνικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Webb 2008, σ. 217). Μέσα ἀπὸ τὴν καθολικὴ γλῶσσα τῆς κίνησης, μετέφερε τὰ μεγάλα μηνύματα τῆς κλασικῆς γραμματείας σὲ ἕνα εὐρύτατο κοινό, ἀποτελῶντας τὸν πρόδρομο τοῦ μεταγενέστερου δυτικοῦ μπαλέτου καὶ τοῦ σύγχρονου θεάτρου κίνησης (Hall & Wyles 2008, σ. 359).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Α. Ἀρχαῖες Πηγές
- Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταί, Βιβλίο Α΄, ἐκδ. Κάκτος / Loeb Classical Library.
- Αὐγουστῖνος, De Civitate Dei (Περὶ τῆς Πολιτείας τοῦ Θεοῦ), Βιβλίο II.
- Ἰουβενάλης, Satirae (Σάτιρες), Σάτιρα 6.
- Λουκιανός, Περὶ Ὀρχήσεως (De Saltatione), ἐκδ. Κάκτος / Loeb Classical Library.
- Σενέκας (ὁ Νεώτερος), Epistulae Morales ad Lucilium (Ἠθικὲς Ἐπιστολὲς πρὸς Λουκίλιο), Ἐπιστολὴ 121.
- Τάκιτος, Annales (Χρονικά), Βιβλίο I.
Β. Σύγχρονη Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία
- Beacham, R. C. (1991). The Roman Theatre and Its Audience. Cambridge, MA: Harvard University Press.
- Garelli, M.-H. (2007). Danser le mythe: La pantomime et sa réception dans la culture antique. Louvain-Paris: Peeters.
- Hall, E. & Wyles, R. (ἐπιμ.) (2008). New Directions in Ancient Pantomime. Oxford: Oxford University Press.
- Jory, E. J. (1981). «The Literary Evidence for the Beginnings of Imperial Pantomime», Bulletin of the Institute of Classical Studies, τ. 28, σσ. 147–161.
- Lada-Richards, I. (2007). Silent Eloquence: Lucian and Pantomime Dancing. London: Duckworth.
- Webb, R. (2008). Demons and Dancers: Performance in Late Antiquity. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Γ. Ἑλληνόγλωσση Βιβλιογραφία
- Βιβιλάκης, Ἰ. (2004). Θεατρικὴ Ἀναπαράσταση στὸ Βυζάντιο καὶ στὴ Δύση. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Πορεία.
- Πούχνερ, Β. (2006). Ἀνθολογία Βυζαντινῆς Δραματουργίας. Ἀθήνα: Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης (Μ.Ι.Ε.Τ.).
- Σηφάκης, Γ. Μ. (1988). Γιὰ μιὰ Ποιητικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θεάτρου. Ἡράκλειο: Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις Κρήτης.
