Πλατωνικὴ Αύτογνωσία. Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ (Πλὰτωνος, Ἀλκιβιάδης Α’)
Ὁ πρώιμος Διάλογος <ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Α’> ἤ <ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΜΕΙΖΩΝ>—κατά πολλοὺς ΝΟΘΟ κείμενο γραφὲν ἀπὸ μαθητὴ τοῦ Πλάτωνος—ἀποτελεῖ τὸ σημαντικώτερο εἰσαγωγκὸ έγχειρίδιο στὴν πλατωνικὴ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ καὶ ὡς τέτοιο διδασκὀταν σέ ὅλη τὴν Ἀρχαιότητα.
Στὸν Διἀλογο αύτὸν ὁ Σωκρἀτης ὁδηγεῖ τὸν νεαρότατο Ἀλκιβιἀδη στὸ νὰ ἀποκτήσει αύτογνωσἰα προκειμένου νὰ κατἐλθη στὴν πολιτική, ὠς προστατευόμενος τοῦ Περικλῆ.
Τὸ έρώτημα ποὺ θέτει ὁ Σωκράτης στὸν Ἀλκιβιάδη εἶναι "ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ" ὥστε νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν κατάκτηση τοῦ δελφικοῦ παραγγἐλματος "ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ" .
Καὶ ξεκινᾶ τὸν διάλογο ὁ Σωκράτης διερωτώμενος ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ΣΩΜΑ ἢ ἠ ΨΥΧΗ ἢ τὸ ΣΥΝΑΜΦΟΤΕΡΟΝ .
Ἀφοῦ δεχθοῦν κι οἰ δὺο συνομιλητὲς ὅτι Η ΨΥΧΗ ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙ (ἄρχει) ΤΟ ΣΩΜΑ —ἄρα δέν εἶναι δυνατὸν τὸ Σῶμα ΜΟΝΟ ΤΟΥ νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος—τίθεται τὸ ἐρώτημα, μήπως ἄνθρωπος εἶναι τὸ συναμφότερον, δηλ. ψυχὴ καὶ σῶμα ΜΑΖΙ.
Ἰδοὺ ὀ σχετικὸς διἀλογος·
ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
< Σωκράτης· Ἀλλ' ἄρα τὸ συναμφότερον τοῦ σώματος ἄρχει, καὶ ἔστι δὴ τοῦτο ἄνθρωπος;
Ἀλκιβιάδης· Ἴσως δῆτα.
Σωκράτης· Πάντων γε ἥκιστα· μὴ γὰρ συνάρχοντος τοῦ ἑτέρου οὐδεμία που μηχανὴ τὸ συναμφότερον ἄρχειν.
Ἀλκιβιάδης· Ὀρθῶς.
Σωκράτης·Ἐπειδὴ δ' οὔτε σῶμα οὔτε τὸ συναμφότερόν ἐστιν ἄνθρωπος, λείπεται οἶμαι ἢ μηδὲν αὔτ' εἶναι, ἢ εἴπερ τί ἐστι, μηδὲν ἄλλο τὸν ἄνθρωπον συμβαίνειν ἢ ψυχήν>
{ΠΛ.ΑΛΚ.Α’, 130b-c}
[ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Σωκράτης· Ἄρα, λοιπόν, τὸ σύνολο τῶν δύο, σώματος καὶ ψυχῆς, εἶναι αὐτὸ ποὺ κυβερνᾷ, καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος;
Ἀλκιβιάδης· Ἴσως, λοιπόν.
Σωκράτης· Καθόλου· γιατί, ἂν τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο δὲν κυβερνᾷ μαζὶ μὲ τὸ ἄλλο, εἶναι ἀδύνατο νὰ κυβερνᾷ τὸ σύνολο καὶ τῶν δύο.
Ἀλκιβιάδης· Σωστά.
Σωκράτης· Ἀφοῦ, λοιπόν, οὔτε τὸ σῶμα ,οὔτε τὸ σύνολο καὶ τῶν δύο εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀπομένει, νομίζω, εἴτε νὰ μὴν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἀπολύτως τίποτε, εἴτε, ἂν εἶναι πράγματι κάτι, νὰ συμβαίνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ψυχή.]
Καὶ καταλήγει ὁ Σωκράτης στὸν τελικὸ ὁρισμό <ἠ ψυχὴ έστίν ἄνθρωπος> {130c}
Στὴ συνέχεια ὀ Σωκράτης —δηλ.ὁ Πλάτων—γιὰ νὰ ὀδηγήσει τὸν ἔφηβο Ἀλκιβιάδη στὴν ΑΥΓΟΓΝΩΣΙΑ τοῦ ἐξηγεῖ ὅτι Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ, ὀπως ὅταν κοιτᾶμε μέσα στὴν κόρη τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἄλλου ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ, ΣΑΝ ΣΕ ΚΑΘΡΕΦΤΗ.
Ὁ Διάλογος ὁλοκληρὠνεται μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Σωκράτη νὰ κοιτᾶμε τὴν ΑΡΕΤΗ στὴν ΨΥΧΗ τοῦ ἀλλου (τοῦ ὅποιου διαθὲτει ἀρετἐς) ἢ τὸν ΘΕΟ —τότε , ὄχι μόνο γνωρίζουμε τὸν ἑαυτό μας, δηλ. τὴν Ψυχή μας, ἀλλὰ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ καὶ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ.
