Μαρία Μαγδαληνή : ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΗΣ ΠΟΡΝΗΣ.


Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μία ἀπὸ τὶς πιὸ παρεξηγημένες καὶ ἀδικημένες μορφὲς στὴν ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἂν καὶ τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης τὴ θένουν στὸ ἐπίκεντρο τῶν συγκλονιστικώτερων γεγονότων τοῦ χριστιανισμοῦ, δηλαδὴ τῆς Σταυρώσεως καὶ τῆς Ἀναστάσεως, ὁ δυτικὸς λαϊκὸς πολιτισμός, ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τὴ μετέτρεψαν ἐπὶ αἰῶνες σὲ σύμβολο τῆς μετανοημένης πόρνης. 
Ἡ ἱστορικὴ ὅμως ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ ἀποκαλύπτεται μέσα ἀπὸ τὴν προσεκτικὴ μελέτη τῶν πρωτογενῶν πηγῶν καὶ τὴ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, εἶναι ριζικὰ διαφορετικὴ ἀπὸ τὸν κυρίαρχο μύθο.

Σύμφωνα μὲ τὰ κανονικὰ εὐαγγέλια, ἡ Μαρία καταγόταν ἀπὸ τὰ Μάγδαλα, μία πλούσια καὶ ἀκμάζουσα πόλη ψαράδων καὶ ἐμπόρων στὴ δυτικὴ ὄχθη τῆς Θάλασσας τῆς Γαλιλαίας. Ἡ καταγωγή της καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο παρουσιάζεται δείχνουν ὅτι ἦταν μία γυναῖκα μὲ ἀνεξάρτητη οἰκονομικὴ ἐπιφάνεια. Ἀκολουθοῦσε τὸν Ἰησοῦ μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες, χρηματοδοτῶντας μάλιστα τὴν περιοδεία καὶ τὸ ἔργο Του ἀπὸ τὴν προσωπική της περιουσία, γεγονὸς ποὺ καταρρίπτει τὴν εἰκόνα μίας περιθωριοποιημένης ἢ ἐξαθλιωμένης γυναίκας.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἰησοῦς τὴν ἐλευθέρωσε ἀπὸ «ἑπτὰ δαιμόνια», μία φράση ποὺ στὸ ἰδίωμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης σήμαινε ὅτι ὑπέφερε ἀπὸ κάποια βαρύτατη σωματικὴ ἢ ψυχικὴ ἀσθένεια, καὶ σὲ καμία περίπτωση δὲν ὑπονοοῦσε ἠθικὴ πτώση ἢ σεξουαλικὴ παραβατικότητα. 
Τὸ σημαντικώτερο ὅμως στοιχεῖο εἶναι ὅτι ἡ Μαγδαληνὴ ἀναδεικνύεται ὡς ἡγετικὴ μορφὴ ἀνάμεσα στοὺς μαθητές, καθὼς ἀξιώνεται νὰ γίνει ἡ πρώτη ποὺ ἀντικρίζει τὸν Ἀναστημένο Χριστὸ καὶ λαμβάνει τὴν ἐντολὴ νὰ μεταφέρει τὸ χαρμόσυνο μήνυμα στοὺς ὑπόλοιπους, κερδίζοντας ἔτσι τὸν τίτλο τῆς «Ἀποστόλου τῶν Ἀποστόλων».

Ἡ ξεχωριστὴ αὐτὴ θέση τῆς Μαρίας ἀποτυπώθηκε ἀκόμη πιὸ ἔντονα στὰ λεγόμενα Γνωστικὰ Εὐαγγέλια, ὅπως τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Μαρίας καὶ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Φιλίππου, τὰ ὁποῖα γράφτηκαν κατὰ τὸν 2ο καὶ 3ο αἰώνα ἀπὸ χριστιανικὲς ὁμάδες ποὺ βρίσκονταν ἐκτὸς τοῦ ἐπίσημου ἐκκλησιαστικοῦ κορμοῦ. Στὰ κείμενα αὐτά, ἡ Μαγδαληνὴ δὲν παρουσιάζεται ἁπλῶς ὡς μαθήτρια, ἀλλὰ ὡς ἡ πνευματικὴ σύντροφος τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὁποία κατεῖχε μία βαθύτερη, μυστικὴ γνώση ποὺ οἱ ἄνδρες ἀπόστολοι ἀδυνατοῦσαν νὰ συλλάβουν. Ἡ τάση τῶν Γνωστικῶν νὰ ἐξυψώνουν τὴ Μαρία σὲ φορέα τῆς θείας ἀποκάλυψης προκάλεσε τὴν ἔντονη ἀντίδραση τῶν ἐπισκόπων τῆς πρώιμης Ἐκκλησίας. Στὴν προσπάθειά τους νὰ περιφρουρήσουν τὴν ὀρθοδοξία καὶ νὰ περιορίσουν τὴν ἐπιρροὴ τῶν Γνωστικῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἑδραιώσουν μία καθαρὰ ἀνδροκρατούμενη ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ πατέρες ὑποβάθμισαν συστηματικὰ τὸν ἡγετικὸ ρόλο τῆς Μαγδαληνῆς, ἀνοίγοντας ἄθελά τους τὸν δρόμο γιὰ τὴ μετέπειτα διαστρέβλωση τῆς μορφῆς της.

Ἡ γέννηση τοῦ μύθου ποὺ ἤθελε τὴ Μαρία Μαγδαληνὴ νὰ εἶναι πόρνη δὲν βασίζεται πουθενὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ προέκυψε ἀπὸ ἐσκεμμένα ἢ ἀκοὺσια ἑρμηνευτικὰ σφάλματα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα πάτησαν πάνω σὲ αὐτὴ τὴν ἤδη ὑποβαθμισμένη εἰκόνα της. 
Ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο καὶ τὸν 5ο αἰῶνα, ἄρχισε σκόπιμα νὰ συγχέεται τὸ πρόσωπό της μὲ τὴ Μαρία τῆς Βηθανίας, τὴν ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀνώνυμη ἁμαρτωλὴ γυναῖκα ποὺ περιγράφεται στὸ ἕβδομο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ νὰ ἀλείφει μὲ μῦρο τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ.
 Ἡ ὁριστικὴ σφραγίδα σὲ αὐτὴ τὴν παρερμηνεία μπήκε ἐπίσημα τὸ 591 μ.Χ. ἀπὸ τὸν Πάπα Γρηγόριο Α΄, τὸν Μέγα. Σὲ ἕνα βαρυσήμαντο κήρυγμά του, ὁ Πάπας ἀποφάνθηκε ὅτι αὐτὲς οἱ τρεῖς διαφορετικὲς γυναῖκες ἦταν στὴν πραγματικότητα τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο, καὶ ὅτι τὰ «ἑπτὰ δαιμόνια» συμβόλιζαν ὅλα τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα τῆς σάρκας. 
Με αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία δημιούργησε ἕνα ἑνιαῖο, δραματικὸ ἀρχέτυπο τῆς μετανοημένης ἁμαρτωλῆς, τὸ ὁποῖο ἐξυπηρετοῦσε παιδαγωγικὰ καὶ ἠθικοπλαστικὰ κηρύγματα τῆς έποχῆς, ἀλλάζοντας ὅμως ἀνεξίτηλα τὴν ἱστορικὴ μνήμη γιὰ τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες.

Αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη δημιούργησε ἕνα τεράστιο θεολογικὸ καὶ πολιτισμικὸ χάσμα ἀνάμεσα στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση. Ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία δὲν ἀποδέχθηκε ποτὲ αὐτὸν τὸν μύθο, καθὼς τὸ κήρυγμα τοῦ Πάπα Γρηγορίου δὲν ἐπηρέασε τὴν ἀνατολικὴ θεολογία. Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή τιμᾶται αὐστηρά ὡς Ἁγία Ἰσαπόστολος καὶ παρθένος, διαχωρισμένη πλήρως ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἔννοια ἠθικῆς ἀλλοτρίωσης. 
Χρειάστηκαν νὰ περάσουν αἰῶνες ὁλόκληροι μέχρι ἡ ἴδια ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία νὰ ἀναγνωρίσει τὸ ἐρμηνευτικὸ σφάλμα της καὶ νὰ ἀναθεωρήσει ἐπίσημα τὸ γενικὸ ρωμαϊκὸ ἡμερολόγιό της τὸ 1969, διαχωρίζοντας ὁριστικὰ τὴ Μαγδαληνὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ γυναῖκα καὶ ἀποκαθιστῶντας, ἔστω καὶ ἀργά, τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴ σπουδαία αὐτὴ γυναικεία μορφή τοῦ πρώιμου Χριστιανισμοῦ.


————
ΥΓ. στὴ φωτογραφία : 
G. La Tour, Η Μετανοούσα Μαγδαληνή. 1640. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης. Ν. Υόρκη.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

1974: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ & ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ (Διαμαντῆς Κούτουλας)

Χαῖρε Κωνσταντῖνε, τελευταῖε Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων!