ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ "ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ" ΣΤΟΝ ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ.
1\. Εἰσαγωγή: Τὸ κεντρικὸ πρόβλημα τῆς Καινοδιαθηκικῆς ἐσχατολογίας.
Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον σύνθετα προβλήματα τῆς σύγχρονης Καινοδιαθηκικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῆς ἐσχατολογικῆς προσδοκίας ποὺ διατρέχει τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὰ περισσότερα κείμενα τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.
Σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ παράδοση, ὁ Ἰησοῦς διακήρυξε τὴν ἐγγύτητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, συνδέοντάς την μὲ τὴν ἐπερχόμενη ἐμφάνιση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τὴν ὁριστικὴ μεταβολὴ τῆς παρούσας ἱστορικῆς πραγματικότητας.
Ἡ διακήρυξη αὐτὴ δὲν ἐμφανίζεται ὡς μία ἀόριστη ἀναφορὰ σὲ ἕνα μακρινὸ μέλλον. Ἀντίθετα, συνοδεύεται ἀπὸ συγκεκριμένους χρονικοὺς προσδιορισμοὺς, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ ἐσχατολογικὴ ἐκπλήρωση ἀναμενόταν μέσα στὴ διάρκεια ζωῆς τῆς γενιᾶς τῶν συγχρόνων τοῦ Ἰησοῦ.
Ἡ χαρακτηριστικὴ διατύπωση «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Μάρκ. 1,15) ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς ἀντίληψης. Ὁ παρακείμενος χρόνος τοῦ ρήματος «ἐγγίζω» δηλώνει ὅτι ἡ Βασιλεία ἔχει πλησιάσει καὶ βρίσκεται πλέον σὲ κατάσταση ἐγγύτητας.
Χρειάζεται, βεβαίως, μία γλωσσικὴ διευκρίνιση: τὸ «ἤγγικεν» δὲν σημαίνει κατ' ἀνάγκην ὅτι ἡ Βασιλεία ἔχει ἤδη ὁλοκληρωτικὰ ἐγκαθιδρυθεῖ. Δηλώνει τὴν προσέγγισή της, ὄχι ἀναγκαστικὰ τὴν πλήρη πραγμάτωσή της.
Ἡ δυσκολία, ὡστόσο, παραμένει: ἐὰν ἡ ἐγγύτητα αὐτὴ συνδεόταν μὲ μία συγκεκριμένη ἱστορικὴ γενιά, πῶς ἐξηγεῖται ἡ παρέλευση περίπου δύο χιλιετιῶν χωρὶς τὴν ὁρατὴ καὶ ὁριστικὴ ἐκπλήρωση τῆς προσδοκίας;
2\. Οἱ χρονικοὶ προσδιορισμοὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου.
Ἡ ἀνάγνωση τῶν Συνοπτικῶν Εὐαγγελίων ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ἐσχατολογικὴ προσδοκία συνδέεται μὲ συγκεκριμένες χρονικὲς ἀναφορές.
2.1. Τὸ Κατὰ Ματθαῖον 10,23
Ὁ Ἰησοῦς, ἀπευθυνόμενος στοὺς μαθητές του, δηλώνει:
«Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου».
Τὸ χωρίο αὐτὸ παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐρμηνευτικὸ ἐνδιαφέρον, διότι συνδέει τὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος τῶν μαθητῶν μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου.
Ἡ φράση «οὐ μὴ τελέσητε» ἔχει ἰσχυρὴ ἀρνητικὴ σημασία καὶ δηλώνει ὅτι οἱ μαθητὲς δὲν θὰ ἔχουν ὁλοκληρώσει τὸ συγκεκριμένο ἔργο προτοῦ ἔλθει ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου.
2.2. Τὸ Κατὰ Ματθαῖον 16,28.
Ἀκόμη σαφέστερη φαίνεται ἡ χρονικὴ διάσταση στὸ ἑξῆς χωρίο:
«Εἰσὶν τινὲς τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὸν Υἱὸν τοῦ Ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ».
Ἡ διατύπωση συνδέει τὴν ἔλευση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου μὲ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς ὁρισμένων ἀπὸ τοὺς παρόντες.
Ἡ φράση «οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου» ἀποτελεῖ ἰσχυρὴ χρονικὴ διαβεβαίωση. Τὸ γεγονὸς ποὺ περιγράφεται πρόκειται νὰ συμβεῖ πρὶν πεθάνουν ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς συγχρόνους τοῦ Ἰησοῦ.
2.3. Τὸ Κατὰ Λουκᾶν 21,20-33
Ἰδιαίτερη βαρύτητα παρουσιάζει ἡ ἀποκαλυπτικὴ ὁμιλία τοῦ Ἰησοῦ στὸ Κατὰ Λουκᾶν:
«Ὅταν δὲ ἴδητε κυκλουμένην ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἱερουσαλήμ, τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς».
Στὴ συνέχεια ἀναφέρονται κοσμικὰ σημεῖα, ἡ ἐμφάνιση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐγγύτητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἡ κορύφωση τοῦ χωρίου βρίσκεται στὴν ἐξαιρετικὰ σημαντικὴ διαβεβαίωση:
«Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα γένηται» (Λουκ. 21,32).
Ἡ ἀναφορὰ στὴ «γενεὰ αὕτη» δημιουργεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ σοβαρότερα ἐρμηνευτικὰ προβλήματα τῆς ἐσχατολογίας,διότι ἡ φυσικὴ σημασία τῆς λέξης «γενεά» παραπέμπει στὴν ἱστορικὴ γενιὰ τῶν συγχρόνων τοῦ Ἰησοῦ. Τὸ πρόβλημα ἐνισχύεται ἀπὸ τὴ σύνδεση τῆς πολιορκίας τῆς Ἱερουσαλὴμ μὲ τὰ κοσμικὰ σημεῖα καὶ τὴν ἔλευση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου.
Ἡ καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους τὸ 70 μ.Χ. ἀποτελεῖ σημαντικὸ ἱστορικὸ πλαίσιο γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου.
3\. Ἡ ἐσχατολογικὴ προσδοκία τοῦ Παύλου καὶ τῆς Πρώτης Ἐκκλησίας.
Ἡ ἐσχατολογικὴ προσδοκία δὲν περιορίζεται στὰ Συνοπτικὰ Εὐαγγέλια. Ἀντιθέτως, ἀποτελεῖ σημαντικὸ στοιχεῖο τῆς θεολογίας τοῦ Παύλου, τῶν Ἐπιστολῶν καὶ τῆς Ἀποκάλυψης.
3.1. Ἡ Α΄ πρὸς Θεσσαλονικεῖς 4,15-17
Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικότερα χωρία βρίσκεται στὴν Α΄ πρὸς Θεσσαλονικεῖς:
«Οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα».
Ἡ χρήση τοῦ πρώτου πληθυντικοῦ προσώπου («ἡμεῖς οἱ ζῶντες») ἔχει προκαλέσει σημαντικὲς συζητήσεις στὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα.
Μία διαδεδομένη ἑρμηνεία θεωρεῖ ὅτι ὁ Παῦλος συμπεριλαμβάνει τὸν ἑαυτό του σὲ ἐκείνους ποὺ ἐνδεχομένως θὰ βρίσκονται ἐν ζωῇ κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ.Ἡ ἐκτίμηση αὐτὴ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν ἀνάγκη νὰ δοθεῖ μία ἄμεση ἀπάντηση στὴν κοινότητα τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία ἀνησυχοῦσε γιὰ τὴν τύχη τῶν χριστιανῶν ποὺ εἶχαν ἤδη πεθάνει. Ἐξἀλλου τὸ συνολικὸ πλαίσιο τῆς παύλειας θεολογίας (βλ.πχ. θέματα Γάμου) φανερώνει ὅτι ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ Κυρίου ἀποτελοῦσε ζωντανὴ καὶ καθοριστικὴ προσδοκία τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων.
3.2. Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη.
Ἀκόμη ἐντονότερη εἶναι ἡ χρονικὴ ἐγγύτητα στὴν Ἀποκάλυψη.
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου ὁ συγγραφέας δηλώνει ὅτι τὰ γεγονότα ποὺ πρόκειται νὰ περιγράψει πρέπει νὰ συμβοῦν σύντομα:
«Δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει» (Ἀποκ. 1,1).
Στὸ 22,10 ἀναφέρεται:
«Μὴ σφραγίσῃς τοὺς λόγους τῆς προφητείας τοῦ βιβλίου τούτου, ὁ καιρὸς γὰρ ἐγγύς ἐστιν».
Ἡ διακήρυξη αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται στὸ τελευταῖο κεφάλαιο:
«Ναί, ἔρχομαι ταχύ» (Ἀποκ. 22,20).
Οἱ φράσεις «ἐν τάχει», «ὁ καιρὸς ἐγγύς» καὶ «ἔρχομαι ταχύ» ἀποτελοῦν βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀποκαλυπτικῆς γλώσσας τοῦ βιβλίου.
Τὸ ἐρώτημα, συνεπῶς, εἶναι εὔλογο: ἂν οἱ παραλῆπτες τῆς Ἀποκάλυψης θεωροῦσαν ὅτι ἡ τελικὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ θὰ πραγματοποιεῖτο ὕστερα ἀπὸ χιλιάδες ἢ ἐκατομμύρια χρόνια, θὰ μποροῦσε ἡ ἐπαναλαμβανόμενη διαβεβαίωση περὶ τῆς ἐγγύτητας τῶν γεγονότων νὰ διατηρήσει τὴν ἴδια ρητορικὴ καὶ παρηγορητικὴ δύναμη;
4\. Ἡ Συνεπὴς Ἐσχατολογία: Johannes Weiss καὶ Albert Schweitzer
Στὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἡ ἔρευνα τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ ἔλαβε μία νέα κατεύθυνση μὲ τὶς μελέτες τῶν Johannes Weiss καὶ Albert Schweitzer.
Οἱ δύο αὐτοὶ μελετητὲς ἀμφισβήτησαν τὴν τάση τῆς φιλελεύθερης θεολογίας νὰ παρουσιάζει τὸν Ἰησοῦ κυρίως ὡς διδάσκαλο διαχρονικῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, δηλ.σὰν ἕνα Ἑβραῖο..Σωκράτη.
4.1. Ἡ συμβολὴ τοῦ Johannes Weiss.
Ὁ Johannes Weiss, μὲ τὸ ἔργο του Die Predigt Jesu vom Reiche Gottes (1892), ὑποστήριξε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ταυτιστεῖ μὲ μία σταδιακὴ ἠθικὴ βελτίωση τῆς κοινωνίας. Ἀντιθέτως, ἡ Βασιλεία ἀποτελεῖ μία μελλοντικὴ θεία πραγματικότητα, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐμφανισθεῖ μὲ τρόπο ριζικὸ καὶ ἀποφασιστικό.Ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία δὲν ὁδηγεῖ ἀπό μόνη της στὴν ἐγκαθίδρυση τῆς Βασιλείας. Ἡ ἐκπλήρωσή της προϋποθέτει τὴν ἄμεση ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
4.2. Ἡ ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας ἀπὸ τὸν Albert Schweitzer.
Ὁ Albert Schweitzer προχώρησε περισσότερο στὴν κατεύθυνση αὐτή, διαμορφώνοντας τὴ θεωρία ποὺ ἔγινε γνωστὴ ὡς Konsequente Eschatologie, δηλαδὴ Συνεπὴς Ἐσχατολογία.Σύμφωνα μὲ τὴν προσέγγισή του, ἡ ἐσχατολογικὴ προσδοκία δὲν ἀποτελεῖ μία περιφερειακὴ πλευρὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ τὸ κεντρικὸ ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ γιὰ τὴν κατανόηση ὁλόκληρης τῆς δημόσιας δράσης του. Ὁ Ἰησοῦς παρουσιάζεται ὡς ἀποκαλυπτικὸς προφήτης, ὁ ὁποῖος προσδοκοῦσε τὴν ἄμεση ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, τὴν κρίση τοῦ παρόντος κόσμου καὶ τὴν ἔλευση μιᾶς νέας ἐσχατολογικῆς πραγματικότητας.
Ἡ δυσκολία τῆς συγκεκριμένης θεωρίας εἶναι προφανής: ἐὰν ὁ Ἰησοῦς προέβλεψε ὅτι τὰ τελικὰ γεγονότα θὰ πραγματοποιηθοῦν μέσα στὴ διάρκεια ζωῆς τῆς γενιᾶς του, τότε ἡ μὴ πραγματοποίησή τους θέτει τὸ ζήτημα τῆς ἱστορικῆς ἐγκυρότητας τῆς συγκεκριμένης πρόβλεψης.
Ἔτσι, ὁ Schweitzer ἔθεσε μὲ ἰδιαίτερη ὀξύτητα τὸ πρόβλημα τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ καὶ τῆς μὴ ἐπαληθευθεῖσας ἐσχατολογικῆς προσδοκίας.
5\. Ἡ Πραγματοποιημένη Ἐσχατολογία τοῦ C. H. Dodd.
Μία διαφορετικὴ ἑρμηνευτικὴ κατεύθυνση ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸν Βρετανὸ θεολόγο C. H. Dodd, κυρίως μὲ τὸ ἔργο του The Parables of the Kingdom (1935).Ὁ Dodd διατύπωσε τὴ θεωρία τῆς Πραγματοποιημένης Ἐσχατολογίας (Realized Eschatology).
Σύμφωνα μὲ αὐτήν, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ ἐρμηνεύεται ἀποκλειστικὰ ὡς μία μελλοντικὴ πραγματικότητα. Ἀντιθέτως, ἔχει ἤδη εἰσέλθει στὴν ἱστορία μέσα ἀπὸ τὴ δράση, τὴ διδασκαλία καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ.
Ἡ ἐσχατολογικὴ ἐκπλήρωση, ἑπομένως, δὲν ἀναβάλλεται ἐξ ὁλοκλήρου γιὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ ἔχει ἤδη ἀρχίσει νὰ πραγματοποιεῖται.
Ἡ προσέγγιση αὐτὴ προσφέρει μία ἐναλλακτικὴ ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τῆς καθυστέρησης: ἡ Βασιλεία δὲν πρέπει νὰ ἀναμένεται ἀποκλειστικὰ ὡς ἕνα μελλοντικὸ κοσμοϊστορικὸ γεγονός, ἐπειδὴ ἡ παρουσία της ἔχει ἤδη καταστεί πραγματικότητα.
Ὡστόσο, ἡ συγκεκριμένη θεωρία ἀντιμετωπίζει μία σημαντικὴ δυσκολία. Πῶς μπορεῖ νὰ ἐρμηνευθεῖ ἡ ἐπιμονὴ τῶν Συνοπτικῶν Εὐαγγελίων σὲ μία μελλοντικὴ ἔλευση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, ἂν ὅλη ἡ ἐσχατολογικὴ ἐλπίδα θεωρηθεῖ ἤδη πραγματοποιημένη;
Γι' αὐτὸν τὸν λόγο, ἡ νεώτερη θεολογικὴ συζήτηση δὲν περιορίζεται στὴν ἀντιπαράθεση τοῦ παρόντος μὲ τὸ μέλλον, ἀλλὰ ἐξετάζει καὶ τὴ δυνατότητα συνύπαρξης τῶν δύο διαστάσεων.
6\. Ἡ προσέγγιση τοῦ Βενεδίκτου ΙΣΤ΄: Ἡ ἐσχατολογία ὡς μία διάσταση τοῦ κηρύγματος.
Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ προσέγγιση τοῦ μακαριστοῦ πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄, ὅπως αὐτὴ ἀναπτύσσεται στὸ ἔργο του" Ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζαρετ".
Ἀκολουθῶντας, μεταξύ ἄλλων, τὴν προβληματικὴ τοῦ C. H. Dodd, ὁ Βενέδικτος ἐπιχειρεῖ νὰ ἀποφύγει τὴν ἀποκλειστικὴ ἐρμηνεία τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἄμεσης ἐσχατολογικῆς προσδοκίας.
Κατὰ τὴν προσέγγισή του, ἡ ἐσχατολογικὴ διάσταση ἀποτελεῖ μία σημαντικὴ πλευρὰ τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐπικαλύπτει ὅλες τὶς ἄλλες διαστάσεις τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ.
Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι παροῦσα στὸ πρόσωπο καὶ στὴ δράση τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ συγχρόνως διατηρεῖ τὴ μελλοντικὴ διάστασή της.
Στὸ πλαίσιο αὐτό, ὁ Βενέδικτος ἀποδίδει ἰδιαίτερη σημασία στὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ὅπου ἡ σωτηρία καὶ ἡ αἰώνια ζωὴ παρουσιάζονται συχνὰ ὡς πραγματικότητες ποὺ ἀρχίζουν ἤδη μέσα στὴν παροῦσα ζωή.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι τὸ Ἰω. 5,24:«Ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον».
Ἡ ζωὴ αἰώνιος δὲν παρουσιάζεται ἀποκλειστικὰ ὡς μελλοντικὴ ἀνταμοιβή, ἀλλὰ ὡς παροῦσα πραγματικότητα.
Παρ' ὅλα αὐτά, θὰ ἦταν ἑρμηνευτικὰ ἀνακριβὲς νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι τὸ Κατὰ Ἰωάννην ἀπορρίπτει πλήρως τὴ μελλοντικὴ ἐσχατολογία. Στὸ ἴδιο Εὐαγγέλιο ὑπάρχουν σαφεῖς ἀναφορὲς στὴ μελλοντικὴ ἀνάσταση καὶ κρίση (Ἰω. 5,28-29· 6,39-40).
Ἑπομένως, ἡ Ἰωάννεια θεολογία συνδυάζει τὴν παροῦσα πραγμάτωση τῆς σωτηρίας μὲ τὴ μελλοντικὴ ἐσχατολογικὴ ὁλοκλήρωσή της.
Τὸ βασικὸ ἐρώτημα, ὅμως, παραμένει: ἐὰν ἡ ἐσχατολογικὴ προσδοκία δὲν ἀποτελοῦσε τὸ μοναδικὸ κέντρο τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ, πῶς ἐξηγεῖται ἡ τόσο ἔντονη παρουσία της στὴν ἀρχικὴ χριστιανικὴ γραμματεία;
7\. Τὸ Jesus Seminar καὶ ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἀποκαλυπτικῆς εἰκόνας τοῦ Ἰησοῦ.
Μία ἀκόμη διαφορετικὴ προσέγγιση ἀναπτύχθηκε στὸ πλαίσιο τοῦ Jesus Seminar, τὸ ὁποῖο συγκροτήθηκε στὶς Ηνωμένες Πολιτεῖες τὸ 1985.
Τὸ συγκεκριμένο ἐρευνητικὸ πρόγραμμα ἐπιδίωξε νὰ ἐξετάσει κριτικὰ τὴν ἱστορικὴ αὐθεντικότητα τῶν λόγων τοῦ Ἰησοῦ, χρησιμοποιῶντας κριτήρια καὶ μεθόδους τῆς σύγχρονης βιβλικῆς ἔρευνας.
Μία ἀπὸ τὶς σημαντικὲς κατευθύνσεις τῆς συγκεκριμένης σχολῆς ἦταν ἡ ἀμφισβήτηση τῆς παραδοσιακῆς ἀποκαλυπτικῆς εἰκόνας τοῦ Ἰησοῦ.
Σύμφωνα μὲ τὴν ἐρμηνευτικὴ αὐτὴ προσέγγιση, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ κατανοεῖται ἀναγκαστικὰ ὡς μία ἐπερχόμενη θαυματουργικὴ καταστροφὴ τῆς παρούσας ἱστορικῆς τάξης.
Ἀντιθέτως, μπορεῖ νὰ ἐκφράζει ἕνα νέο πρότυπο ἀνθρώπινης ζωῆς, κοινωνικῶν σχέσεων, δικαιοσύνης καὶ ἀλληλεγγύης μέσα στὸν παρόντα κόσμο.
Ἔτσι, ὁ Ἰησοῦς παρουσιάζεται λιγότερο ὡς ἀποκαλυπτικὸς προφήτης ποὺ ἀναγγέλλει τὸ ἄμεσο τέλος τῆς ἱστορίας καὶ περισσότερο ὡς διδάσκαλος μιᾶς ριζικὰ διαφορετικῆς κοινωνικῆς καὶ πνευματικῆς πραγματικότητας.
Ἡ προσέγγιση αὐτὴ προσφέρει μία ριζικὰ διαφορετικὴ λύση στὸ πρόβλημα τῆς καθυστέρησης: ἐὰν ὁ Ἰησοῦς δὲν κήρυξε ἐξ ἀρχῆς μία ἄμεση ἀποκαλυπτικὴ ἐπέμβαση, τότε τὸ πρόβλημα τῆς μὴ πραγματοποίησής της ἀποδίδεται στὴν ἑρμηνεία καὶ στὴ μεταγενέστερη διαμόρφωση τῆς χριστιανικῆς παράδοσης.
Πρέπει, ὡστόσο, νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὸ Jesus Seminar δὲν ἀποτελεῖ τὸ σύνολο τῆς σύγχρονης Καινοδιαθηκικῆς ἔρευνας, οὔτε ἡ ἀπόρριψη τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐρμηνείας ἀποτελεῖ καθολικὰ ἀποδεκτὴ ἐπιστημονικὴ θέση.
8\. Ἡ ἀντίφαση μεταξὺ τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀνακύπτει τὸ σημαντικότερο φιλοσοφικὸ καὶ θεολογικὸ πρόβλημα τῆς ὅλης συζήτησης.
Ἐὰν δεχθοῦμε ὅτι τὰ παραπάνω χωρία ἀποδίδουν πιστὰ τὸ περιεχόμενο τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ, τότε πρέπει νὰ ἐξηγήσουμε γιατὶ ἡ προσδοκώμενη ἐσχατολογικὴ ἐκπλήρωση ΔΕΝ πραγματοποιήθηκε μέσα στὴν ἱστορικὴ γενιὰ τῶν πρώτων χριστιανῶν.
Ἐὰν, ἀντιθέτως, θεωρήσουμε ὅτι τὰ κείμενα ἀντανακλοῦν μεταγενέστερες ἐρμηνευτικὲς προσθήκες τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων, τότε πρέπει νὰ ἐξηγήσουμε πῶς καὶ γιατὶ διαμορφώθηκε μία τόσο ἔντονα ἐσχατολογικὴ εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ.
Ἔτσι, προκύπτουν δύο βασικὰ ἐρμηνευτικὰ ἐνδεχόμενα.
Πρῶτο ἐνδεχόμενο: Ἡ ἱστορικὴ ἐσχατολογικὴ προσδοκία τοῦ Ἰησοῦ.
Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία, ὁ Ἰησοῦς κήρυξε πράγματι τὴν ἐγγύτητα τῆς τελικῆς θείας ἐπέμβασης καὶ προσδοκοῦσε ὅτι αὐτὴ θὰ πραγματοποιεῖτο μέσα σὲ σχετικά σύντομο χρονικὸ διάστημα.
Ἡ προσδοκία αὐτὴ ἀποτελοῦσε οὐσιῶδες μέρος τοῦ ἱστορικοῦ του κηρύγματος καὶ ἐπηρέασε καθοριστικὰ τὴν πρῶτη χριστιανικὴ κοινότητα. Ἡ μὴ πραγματοποίηση τῶν προσδοκώμενων γεγονότων ἀποτελεῖ, σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν προσέγγιση, πραγματικὸ ἱστορικὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαλειφθεῖ μὲ ἁπλὲς ἀλληγορικὲς ἑρμηνεῖες.
Δεύτερο ἐνδεχόμενο: Ἡ μεταγενέστερη ἐσχατολογικὴ ἐρμηνεία τοῦ κηρύγματος.
Σύμφωνα μὲ τὴ δεύτερη προσέγγιση, ἡ ἀρχικὴ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἦταν περισσότερο σύνθετη καὶ δὲν περιοριζόταν στὴν προσδοκία τοῦ ἄμεσου τέλους τῆς ἱστορίας.
Οἱ πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες, ἐπηρεασμένες ἀπὸ τὸ ἔντονα ἀποκαλυπτικὸ περιβάλλον τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ τοῦ πρώτου αἰῶνα, ἐρμήνευσαν τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ μέσα ἀπὸ τὶς δικές τους ἐσχατολογικὲς προσδοκίες.
Ἡ ἑρμηνεία αὐτή, ὅμως, δημιουργεῖ ἕνα ἄλλο πρόβλημα: ἐὰν οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ παρερμήνευσαν τὸ κεντρικὸ μήνυμα τοῦ διδασκάλου τους, πῶς ἐξηγεῖται ἡ τόσο ἰσχυρὴ καὶ ἐκτεταμένη παρουσία τῆς ἐσχατολογικῆς προσδοκίας στὰ παλαιότερα χριστιανικὰ κείμενα;
Ἡ ἀπάντηση σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα ζητήματα τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας τῶν πηγῶν τῆς χριστιανικῆς πίστης.
9\. Κριτικὴ ἀξιολόγηση τῶν βασικῶν ἑρμηνευτικῶν προσεγγίσεων.
Ἡ ἐπιστημονικὴ ἀξιολόγηση τοῦ προβλήματος προϋποθέτει τὴν ἀποφυγὴ ἁπλουστευτικῶν συμπερασμάτων.
Πρῶτον, ἡ Συνεπὴς Ἐσχατολογία ἔχει τὸ πλεονέκτημα ὅτι λαμβάνει σοβαρὰ ὑπ' ὄψιν τὶς χρονικὲς διατυπώσεις τῶν Εὐαγγελίων καὶ τὴν ἔντονη προσδοκία τῆς Πρώτης Ἐκκλησίας. Ἡ δυσκολία της βρίσκεται στὴν ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσει τὴ συνύπαρξη τῆς μελλοντικῆς προσδοκίας μὲ τὶς ἀναφορὲς στὴν παροῦσα παρουσία τῆς Βασιλείας.
Δεύτερον, ἡ Πραγματοποιημένη Ἐσχατολογία ἀναδεικνύει ὀρθὰ τὴ σημασία τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία. Ὡστόσο, ἐνδέχεται νὰ ὑποβαθμίσει τὴν ἰσχυρὴ μελλοντικὴ διάσταση τῶν ἐσχατολογικῶν διακηρύξεων.
Τρίτον, ἡ προσέγγιση τοῦ Jesus Seminar ἐπιχειρεῖ νὰ διαχωρίσει τὸν ἱστορικὸ Ἰησοῦ ἀπὸ τὶς ἀποκαλυπτικὲς προσδοκίες τῶν μεταγενέστερων χριστιανικῶν κοινοτήτων. Ἡ δυσκολία της εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγήσει τὴν παρουσία ἐσχατολογικοῦ ὑλικοῦ σὲ διαφορετικὲς καὶ πρώιμες παραδόσεις.
Τέταρτον, ἡ θεολογικὴ προσέγγιση τοῦ Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ προσπαθεῖ νὰ συνδυάσει τὴν παροῦσα καὶ τὴ μελλοντικὴ διάσταση τῆς Βασιλείας. Προσφέρει μία συνεκτικὴ θεολογικὴ προοπτική, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν συγκεκριμένων χρονικῶν διαβεβαιώσεων τῶν Συνοπτικῶν Εὐαγγελίων ἐξακολουθεῖ νὰ χρειάζεται περαιτέρω ἱστορικοκριτικὴ ἐξέταση.
Ἐπομένως—κατὰ τὴ γνώμη μου—καμία ἀπὸ τὶς παραπάνω θεωρίες δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἔχει ἐπιλύσει ὁριστικὰ τὸ πρόβλημα.
10\. Συμπεράσματα.
Τὸ πρόβλημα τῆς Καθυστέρησης τῆς Παρουσίας δὲν εἶναι μία δευτερεύουσα δυσκολία τῆς χριστιανικῆς ἐσχατολογίας. Ἀντιθέτως, ἀγγίζει τὸν πυρῆνα τῆς σχέσης μεταξὺ τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ, τῆς ἀποστολικῆς παράδοσης καὶ τῆς μεταγενέστερης θεολογικῆς ἐρμηνείας.
Ἡ ἐπαναλαμβανόμενη διακήρυξη τῆς ἐγγύτητας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, οἱ ἀναφορὲς στὴν ἔλευση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο τῆς γενιᾶς τῶν συγχρόνων τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἐσχατολογικὴ γλώσσα τοῦ Παύλου καὶ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ἀποκάλυψης στὴν ἐγγύτητα τῶν γεγονότων συγκροτοῦν ἕνα σημαντικὸ σύνολο βιβλικῶν δεδομένων.
Τὰ δεδομένα αὐτὰ καθιστοῦν δύσκολη τὴν ἄκριτη ἀπόρριψη τῆς ἐσχατολογικῆς διάστασης τοῦ ἀρχικοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ ἐρμηνεία τους δὲν μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ στὴν ἀπλουστευτικὴ διαπίστωση ὅτι ὁ Ἰησοῦς προέβλεψε ἕνα γεγονὸς ποὺ δὲν πραγματοποιήθηκε. Ἀπαιτεῖται προσεκτικὴ μελέτη τοῦ λογοτεχνικοῦ περιβάλλοντος, τῆς ἀποκαλυπτικῆς γλώσσας, τῶν διαφορετικῶν εὐαγγελικῶν παραδόσεων καὶ τῆς ἱστορικῆς διαμόρφωσης τῶν κειμένων.
Τὸ σημαντικώτερο, ὅμως, ἐρώτημα παραμένει ἀνοικτό:
Ἐὰν ἡ Πρώτη Ἐκκλησία πίστευε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου θὰ ἐρχόταν μέσα στὴ δική της γενιά, μήπως αὐτὴ ἡ προσδοκία ἀποτελοῦσε ἤδη ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ ἴδιου τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ;
Καὶ, ἐὰν ναί, πῶς πρέπει νὰ ἀξιολογήσουμε θεολογικὰ καὶ ἱστορικὰ τὴ μὴ πραγματοποίησή της;
Αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸ πρόβλημα τῆς καθυστέρησης τῆς Παρουσίας: ὄχι ἁπλῶς ἡ παρέλευση τοῦ χρόνου, ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ σχέση μεταξὺ τῆς ἀρχικῆς ἐσχατολογικῆς προσδοκίας καὶ τῆς μετέπειτα ἱστορικῆς καὶ θεολογικῆς πορείας τοῦ Χριστιανισμοῦ.
11\. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
* Allison, Dale C., Jesus of Nazareth: Millenarian Prophet, Fortress Press, 1998.
* Benedict XVI, Jesus of Nazareth: From the Baptism in the Jordan to the Transfiguration, Doubleday, 2007.
* Cullmann, Oscar, Christ and Time, SCM Press, 1951.
* Dodd, C. H., The Parables of the Kingdom, London, 1935.
* Funk, Robert W., Hoover, Roy W. and the Jesus Seminar, The Five Gospels: The Search for the Authentic Words of Jesus, Macmillan, 1993.
* Gathercole, Simon, «Is There Imminent Expectation in 1 Thess 4:13–18?», Novum Testamentum.
* Schweitzer, Albert, Von Reimarus zu Wrede: Eine Geschichte der Leben-Jesu-Forschung, 1906.
* Turner, Seth, «The Interim, Earthly Messianic Kingdom in Paul», Journal for the Study of the New Testament, 2003.
* Weiss, Johannes, Die Predigt Jesu vom Reiche Gottes, Göttingen, 1892.
* Whitlark, Jason, «Kingdom of God: Modern Interpretations», Encyclopedia of the Bible and Its Reception, 2011.
* Wright, N. T., Jesus and the Victory of God, Fortress Press, 1996.
————————————
ΥΓ. Ἀντιγράφω ἀπὸ τὸ εὐαγγελικὸ πρωτότυπο τοῦ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ τὴν ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ :
<ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ ‒ὁ ἀναγινώσκων νοείτω‒ τότε οἱ ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη,..... ᾿Αλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις, μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντες, καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σαλευθήσονται. καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης. καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ' ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ... ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα γένηται. ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται. Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ.>{ΜΑΡΚ. 13, 14‒32}
[ΜΕΤ: ὅταν δεῖτε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρήμωσης ποὺ προεῖπε ὁ προφήτης Δανιήλ (=εἰδωλολατρικὰ σύμβολα ἐντὸς τοῦ Ναοῦ) ὅσοι βρίσκονται στὴν Ἰουδαία ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ...ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ μετὰ τὴν συμφορὰ αὐτή, ὁ ἥλιος θὰ σκοτεινιάσει,ἡ σελήνη δὲν θὰ φωτίζει..
καὶ τὀτε θὰ δοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ..
.ἀλήθεια σᾶς λέω, δὲν θὰ περάσει ΑΥΤΗ Η ΓΕΝΙΑ καὶ θὰ γίνουν ὅλα αὐτά..ὅσο γιὰ τὴν ἀκριβῆ ἡμέρα ,δὲν γνωρίζει κανείς, οὔτε ὁ Υἱός, παρὰ μόνον ὁ Πατήρ..].
